Τα Κιμιντένια είναι βουνά στη Μικρά Ασία. Εκεί ζούσε ο Πέτρος με την οικογένειά του. Μια μέρα έγινε ένας φοβερός πόλεμος και τα όνειρα των ανθρώπων γκρεμίστηκαν. Έπρεπε να φύγουν από την πατρίδα τους και να πάνε να ζήσουν σ’ άλλο τόπο. Θα είναι πρόσφυγες ξεριζωμένοι σε μια ξένη χώρα. Τώρα ταξιδεύουν στο Αιγαίο μ’ ένα σάπιο καΐκι που το δέρνουν με μανία τα κύματα του πελάγους. Ο παππούς του Πέτρου πήρε μαζί του λίγο χώμα από το αγρόκτημα του, για να φυτέψει ένα βασιλικό εκεί που θα πάνε.
Το μυθιστόρημα ανασυνθέτει την ευτυχισμένη ζωή στη Μικρασία πριν τη μικρασιατική καταστροφή. Το πλήθος των φανταστικών προσώπων, των φυσικών στοιχείων, των παιδιών και των μεγάλων που συνθέτουν τον κόσμο της Αιολικής γης είναι δοσμένα από το ώριμο ύφος του συγγραφέα με μορφή παραμυθένια, με πληρότητα μαγική. Η Αιολική γη είναι το βιβλίο του χαμένου παραδείσου των παιδικών χρόνων στα παράλια της Μικρασίας και του δραματικού ξεριζώματος από τη γενέθλια γη.
Όταν παραμέρισαν τα κύματα του Αιγαίου κι άρχισαν ν’ αναδύονται απ’ το βυθό τα βουνά της Λέσβου υγρά, στιλπνά και γαλήνια, τα κύματα είδαν ξαφνιασμένα το νησί, το νέο τους φίλο. Ήταν συνηθισμένα να ταξιδεύουν απ’ τα μέρη του Κρητικού πελάγου και να σβήνουν στις ακρογιαλιές της Ανατολής, και ό,τι ξέρανε από στεριά ήταν σκληρά βουνά, κοφτοί θεόρατοι βράχοι, γη από κίτρινη πέτρα. Τούτο δω, με το νέο νησί, ήταν κάτι άλλο – ω, πόσο διαφορετικό! Γι’ αυτό είπαν τα κύματα:
«Ας πάμε το μήνυμα στην πιο κοντινή γη, στη γη της Αιολίδας. Ας της πούμε για το νησί, τη νέα γη που έδεσε το φως με τη γαλήνη, για τη γραμμή και την κίνηση του που είναι τόσο ήμερη σα να έχει μέσα της τη σιωπή, ας της πούμε για το θαύμα του Αιγαίου!»
Ήρθαν τα κύματα και φέραν το μήνυμα του πελάγου στην αιολική ακτή. Ήρθαν και άλλα κύματα, κι άλλα – όλα τα κύματα. Όλα λέγαν για το παιχνίδι της γραμμής του νησιού, για το παιχνίδι της αρμονίας και της σιωπής.
Τ’ άκουσαν την πρώτη μέρα τα σκληρά βουνά της Ανατολής και μείνανε αδιάφορα. Τ’ άκουσαν και την άλλη, και πάλι δεν ταράχτηκαν. Όμως όταν το κακό παράγινε και κάθε στιγμή άλλο δεν ακούγανε παρά τη βουή του πελάγου να τους λέει για το θαύμα, τα βουνά παράτησαν την αταραξία τους και, περίεργα, σκύψανε πάνω απ’ τα κύματα να δουν το νησί του Αιγαίου. Ζηλέψανε την αρμονία του και είπαν:
«Ας κάμουμε κ’ εμείς έναν τόπο γαλήνης στη γη της Αιολίδας, που να ‘ναι σαν το νησί!»
Παραμερίσανε τότε τα βουνά, τραβήχτηκαν στο βάθος, κι ο τόπος που άφησαν έγινε ο τόπος της Γαλήνης.
Τα βουνά κείνα της Ανατολής τα λένε Κιμιντένια.
Οι πρόγονοί μου δουλέψανε σκληρά τη γη που είναι κάτω απ’ τα Κιμιντένια. Όταν εγώ γεννήθηκα, ένα μεγάλο μέρος της περιοχής το όριζε η φαμίλια μας. Το χειμώνα μέναμε στην πόλη, αλλά μόλις τα χιόνια φεύγανε απ’ τα Κιμιντένια κ’ η γη πρασίνιζε μας έπαιρνε η μητέρα μας, όλα τ’ αδέρφια μου, την Ανθίππη, την Αγάπη, την Άρτεμη, τη Λένα, εμένα, και πηγαίναμε να ζήσουμε τους μήνες του καλοκαιριού στο κτήμα, κοντά στον παππού και στη γιαγιά μας.
Η θάλασσα ήταν μακριά από κει, κι αυτό στην αρχή ήταν μεγάλη λύπη για μένα επειδή γεννήθηκα κοντά της. Στην ησυχία της γης θυμόμουν τα κύματα, τα κοχύλια και τις μέδουσες, τη μυρουδιά του σάπιου φυκιού και τα πανιά που ταξίδευαν. Δεν ήξερα να τα πω αυτά, επειδή ήμουνα πολύ μικρός. Αλλά μια μέρα η μητέρα μου βρήκε το αγόρι της πεσμένο μπρούμυτα καταγής, σα να φιλούσε το χώμα. Το αγόρι δε σάλευε, κι όταν η μητέρα πλησίασε τρομαγμένη και το σήκωσε είδε το πρόσωπο του πλημμυρισμένο στα δάκρυα. Το ρώτησε ξαφνιασμένη τι έχει, κ’ εκείνο δεν ήξερε ν’ αποκριθεί και δεν είπε τίποτα. Όμως μια μητέρα είναι το πιο βαθύ πλάσμα του κόσμου, κ’ η δική μου, που κατάλαβε, με πήρε από τότε πολλές φορές και πήγαμε ψηλά στα Κιμιντένια, απ’ όπου μπορούσα να βλέπω τη θάλασσα. Κ’ ενώ εγώ αφαιριόμουνα στη μακρινή μαγεία του νερού, εκείνη δε μου μιλούσε, για να αισθάνομαι πως είμαστε μονάχοι, η θάλασσα κ’ εγώ. Περνούσε πολλή ώρα έτσι, τα μάτια μου κουράζονταν να κοιτάνε και γέρναν, έγερνα κ’ εγώ στη γη. Τότε τα δέντρα που με τριγύριζαν γίνονταν καράβια με ψηλά κατάρτια, τα φύλλα που θροούσαν γίνονταν πανιά, ο άνεμος ανατάραζε το χώμα, το σήκωνε σε ψηλά κύματα, τα μικρά τριζόνια και τα πουλιά ήταν χρυσόψαρα και πλέανε, κ’ εγώ ταξίδευα μαζί τους.
Σαν ξυπνούσα, έβλεπα από πάνω μου τα μάτια της μητέρας μου να περιμένουν.
— Ήταν ωραία, αγόρι; με ρωτούσε χαμογελώντας γλυκά.
— Αχ, μητέρα, πάντα είναι ωραία με τη θάλασσα!
Μια από κείνες τις καλοκαιρινές μέρες γυρίζοντας με τη μητέρα μου απ’ το «ταξίδι της θάλασσας στα Κιμιντένια», σταθήκαμε στην κοίτη ενός μικρού ποταμίου. Το ποτάμι ήταν γεμάτο καθαρό άμμο, έτρεχε όμως και λίγο νερό.
— Πως τρέχει νερό, είπα, αφού είναι καλοκαίρι και τα Κιμιντένια δεν κατεβάζουνε νερό;
— Έλα! μου λέει η μητέρα, που είχε ζήσει όλα τα παιδικά της χρόνια στα Κιμιντένια κ’ ήξερε τον τόπο καλά. Έλα να δεις!
Περπατήσαμε μες στο ποτάμι, ακολουθώντας το βαθιά στην κοιλάδα, και τότε βρήκαμε σε μια κουφάλα την πηγή απ’ όπου ανάβλυζε το νερό. Έκανε πολύ δροσιά εκεί· μολοντούτο δεν είχε βρύα και πλατάνια, όπως θα ‘πρεπε σε τόσο υγρό τόπο.
— Δοκίμασε το νερό, μου λέει η μητέρα μου. Να δεις τι δροσερό που είναι!
Πήρα με τη χούφτα μου και το ’φερα στα χείλια μου. Αλλά μόλις το άγγιξαν, το άφησα να χυθεί και σκούπισα τη γλώσσα μου.
— Μα αυτό είναι θάλασσα! είπα ξαφνιασμένος.
Η μητέρα μου γελούσε με πολλή χαρά. Με πήρε στην αγκαλιά της και μου είπε:
— Βλέπεις; Η θάλασσα είναι παντού!
Κι όταν έπειτα πήραμε το δρόμο του γυρισμού έγινε σοβαρή και μου εξήγησε πως όλη η περιοχή κάτω απ’ τα Κιμιντένια ήταν κάποτε κακή γη, επειδή πολύ βαθιά μέσα της ζούσε η θάλασσα, έμπαινε μέσα της η θάλασσα. Και χρειάστηκε από γενιά σε γενιά ο ασταμάτητος μόχθος των ταπεινών μου προγόνων για να φύγει το νερό και να γίνουν τα δέντρα και τα κλήματα.
Στα χρόνια του πάππου μου, του πατέρα της μητέρας μου, η γη πια ήταν έτοιμη κ’ έγινε το υποστατικό. Απ’ τη μητέρα μου έμαθα το πώς έγινε η πρώτη καλύβα, πότε η γιαγιά μου φύτεψε με τα χέρια της τον πλάτανο στην αυλή, πότε φυτέψανε τα κλήματα. Στο υποστατικό έμπαινες από μια μεγάλη πόρτα, καμωμένη με σκαλιστό ξύλο. Στη μέση ήταν μια αυλή και γύρω γύρω της, η μια χτισμένη κοντά στην άλλη, ήταν οι οικοδομές. Στα κάτω πατώματα ήταν οι αποθήκες κ’ οι στάβλοι, στ’ απάνω η κατοικία του παππού και της γιαγιάς μας, πλάι ο ξενώνας, και πλάι οι κατοικίες για τις γυναίκες και τους ζευγάδες που δουλεύανε στο κτήμα ολοχρονίς. Μια ξύλινη σκάλα σε ανέβαζε απ’ την αυλή στο σπίτι του πάππου, κι από κει άρχιζε το ξύλινο μπαλκόνι που ένωνε κυκλικά όλα τα χτίρια. Τα παράθυρα όλα βλέπαν μες στην αυλή, και μονάχα το σπίτι του παππού είχε ένα σιδερόφραχτο παράθυρο που έβλεπε έξω, τον κόσμο τον έξω απ’ τη μεγάλη πόρτα. Έτσι το υποστατικό έμοιαζε σα μοναστήρι ή σα φρούριο, καμωμένο όλο με γερή πέτρα του Σαρμουσάκ για το φόβο των ληστών. Όμως δεν είχε τίποτα απ’ την ασκητική αυστηρότητα των μοναστηριών, μήτε απ’ την αγριότητα των φρουρίων. Ήταν βαμμένο με γαλάζιο χρώμα.
Σ’ ένα επιτούτου δωμάτιο ήταν φυλαγμένα σαν πολύτιμα πράματα τα όπλα, γκράδες και μαρτίνια και σπαθιά, όσα θα φτάνανε για ν’ αρματώσουν όλους τους ζευγάδες σε ώρα ανάγκης, αν μας ρίχνονταν ληστές. Αυτό το δωμάτιο το λέγαμε το «Κίτρινο» επειδή ήταν βαμμένο με δυνατό κίτρινο χρώμα. Το δικό μας, των παιδιών, ήταν πλάι στα όπλα, κ’ η γειτονία τους μας έκανε να τα συλλογιζόμαστε πολύ. Και καθώς το Κίτρινο ήταν πάντα κλειδωμένο και κανένας δεν είχε την άδεια να το ανοίξει εκτός απ’ τον παππού, η φαντασία μας του έδινε μεγάλες διαστάσεις, το σχημάτιζε σα μυστικό καταφύγιο μυθικών πλασμάτων.
Τις νύχτες, όταν γινόταν ησυχία έξω, όταν τα τσακάλια πια δεν ούρλιαζαν και μονάχα τα φύλλα των δέντρων ακούγονταν που σάλευαν, κάθε άλλος σιγανότατος θόρυβος που έφτανε ως εμάς μας φαινόταν να ‘ρχεται από το απαγορεμένο δωμάτιο. Τότε το ένα παιδί ξυπνούσε το άλλο.
— Άκουσες; έλεγε η μικρή Άρτεμη και μ’ έσπρωχνε. Ξυπνούσα τρομαγμένος και ρωτούσα:
— Τι είναι;
— Άκου! Πλάι κάτι γίνεται! Στο Κίτρινο…
Έβαζα όλη την προσοχή κι αφουγκραζόμουν. Η γη αναπαύεται και γονιμοποιεί τους σπόρους, κι απ’ το μυστικό της έργο έρχεται ένας ελάχιστος θόρυβος που μπορεί να φτάξει μονάχα σ’ ένα παιδί. Οι ρίζες των δέντρων σαλεύουν στα σκοτεινά γυρεύοντας νερό να πιουν, οι φλούδες των κορμών σαλεύουν για να χυθούν οι χυμοί στους κλώνους και στα φύλλα, τα τυφλά σκουλήκια αγωνίζουνται έρημα το μικρό τους αγώνα, ένα ζαρκάδι πέρασε και χάθηκε, ένα άλλο, κυνηγημένο από μεγαλύτερο του αγρίμι, δεν μπόρεσε να περάσει στο δάσος να γλιτώσει κι ακούγεται η σπαραχτική φωνή του βαθιά, η φωνή του θανάτου. Ύστερα όλα ησυχάζουν, κ’ έρχεται η Μεγάλη Σιωπή.
— Άκου!.. λέει πάλι η Άρτεμη όταν γίνεται ησυχία.
— Τσακάλι θα ‘ταν και πέρασε, της λέω.
— Μα όχι! Όχι το τσακάλι! Να! Τώρα, τώρα! Κει μέσα! Άκουσε!
Τεντώνω το αυτί μου κι ανοίγω τα μάτια μου όσο μπορώ. Η καρδιά μου χτυπά με αγωνία επειδή αισθάνουμαι την ανάγκη ν’ ακούσω ό,τι μπορεί ν’ ακούσει εκείνη.
— Αχ! λέω τέλος απελπισμένα. Δεν ακούω τίποτε! Μονάχα τα φύλλα…
— Καημένε! Τα φύλλα. Τι λες για φύλλα! κάνει η φωνή της μες στο σκοτάδι, και ξέρω πως στα μάτια της θα λάμπει η περιφρόνηση. Μα τόσο λοιπόν μικρός είσαι;
Εγώ ήμουνα έξι χρονώ κ’ εκείνη είχε κλείσει πια τα οχτώ.
Αυτό δε με πείραζε τόσο. Αλλά μου ερχόταν να κλάψω απ’ το κακό μου και απ’ το παράπονο επειδή η Άρτεμη ήταν κορίτσι, κ’ ένα κορίτσι δε θα ‘πρεπε να ξέρει πιο πολλά από ένα αγόρι. Κι όμως, να που έτσι γινόταν – αδικία πολλή ήταν στον κόσμο.
— Ό,τι θέλεις λες! της κάνω τέλος θυμωμένα. Ακούς τα φύλλα στα δέντρα και θαρρείς πως είναι στο Κίτρινο! Χμ!
— Κακομοίρη! Εγώ λέω ό,τι θέλω; διαμαρτύρεται η Άρτεμη. Δε θυμάσαι πως κ’ εσύ τις προάλλες τ’ άκουσες που περπατούσαν τα σπαθιά μες στο Κίτρινο και μιλούσαν με τα πιστόλια; Ακούς, να λέω, ό,τι θέλω!
Η Άρτεμη είχε δίκιο. Τις προάλλες φύσηξε πολύς αγέρας, αργά μετά τα μεσάνυχτα, κι όλο το υποστατικό σα να σάλευε. Από ψηλά, απ’ τα Κιμιντένια, ερχόταν ο θρήνος των δέντρων που πάλευαν με τον άνεμο. Μήτε τα τσακάλια δεν είχαν τολμήσει να βγούνε κείνο το βράδυ απ’ τις φωλιές τους, μήτε άλλα ζαρκάδια, καμιά φωνή δεν ακουγόταν. Τότες ακούσαμε το μυστικό θόρυβο που ερχόταν μεσ’ από το Κίτρινο, και μείναμε κ’ οι δύο σύμφωνοι, η Άρτεμη κ’ εγώ, πως τα σπαθιά μιλούσαν. Λοιπόν, τώρα γιατί να μην πιστεύω;
— Εσύ όλο κοιμάσαι, αυτό είναι! συμπεραίνει η Άρτεμη, θέλοντας να εξηγήσει την αδυναμία μου. Εγώ όμως ξαγρυπνώ κ’ έχω συνηθίσει τ’ αυτί μου να παίρνει.
— Καλά, καλά! της λέω πάλι. Εσύ τα ξέρεις όλα! Κάθισε, λοιπόν, να ξαγρυπνάς με το σκοτάδι…
Γυρίζω στο μικρό κρεβάτι μου και κουκουλώνουμαι με το σεντόνι. Μα την ίδια στιγμή ένας καθαρός, καθαρότατος θόρυβος, ένα τικ τικ, έρχεται μες στη νύχτα απ’ το μέρος του Κίτρινου.
— Τ’ άκουσες επιτέλους; ψιθυρίζει στα σκοτεινά η φωνή της Άρτεμης, και θαρρώ πως τρέμει. Τ’ άκουσες;
— Αχ, τ’ άκουσα! μουρμουρίζω κ’ εγώ με ταραχή. Τι να ‘ναι;
— Τα σπαθιά ξυπνούνε…, λέει εκείνη.
Μα τότε ξυπνά κ’ η Ανθίππη. Είναι η μεγαλύτερη αδερφή μας, είναι ως δώδεκα χρονώ κ’ είναι η δεύτερη μητέρα μας. Πάντα της λέγαμε τα μυστικά μας.
— Τι έχετε εσείς εκεί; ρωτά σιγανά.
— Ανθίππη, άκου!.. λέει η Άρτεμη, κ’ η φωνή της είναι σα να γυρεύει βοήθεια. Τα σπαθιά ξύπνησαν στο Κίτρινο!..
Η Ανθίππη ακούει κ’ ύστερα λέει ατάραχη:
— Ποντίκια είναι, μην κάνετε έτσι. Κοιμηθείτε!
Την ακούμε που γυρίζει απ’ το άλλο πλευρό να κοιμηθεί, σα να μην έγινε τίποτα. Σκεπάζουμαι κ’ εγώ ως το κεφάλι, μα τα μάτια δεν κλείνουν. Οι θόρυβοι του δάσους, της γης, των ζαρκαδιών γίνουνται ένα, γίνουνται η παράξενη μουσική που λέει για τα παραμύθια και για τα όνειρα, λέει για τα ταξίδια των παιδιών που πάνε καβάλα σε χρυσόψαρα να βρούνε τη «Ροδοπαπούδα» με το άσπρο φόρεμα και τ’ ασημένια μαλλιά και με το Μεγάλο Δράκο που φυλάει στην πόρτα της. Τα σπαθιά και τα πιστόλια στο κίτρινο δωμάτιο δεν είναι πια άγρια πλάσματα, ξύπνησαν μονάχα γιατί ζήλεψαν, θέλουν κι αυτά να καβαλικέψουν τα χρυσόψαρα, να μην είναι κλεισμένα κ’ έρημα. Ανοίγουν σιγανά την πόρτα της φυλακής τους, απλώνουνε τα χέρια και ξέρουν πως, κι αν δεν είναι χρυσόψαρο, ένα μικρό καλό δελφίνι θα περιμένει να τα πάρει. Κ’ ενώ τα χρυσόψαρα αρχίζουν το ταξίδι, πλέοντας μες στον αγέρα, ακούγεται πίσω τους η φωνή των σπαθιών, πάνω στο δελφίνι, που ικετεύουνε:
«Περιμένετε να ‘ρθουμε! Περιμένετε να ‘ρθουμε κ’ εμείς στη Ροδοπαπούδα!»
«Ελάτε!» τους λέει φιλικά το μικρό αγόρι απ’ το χρυσόψαρο. «Ελάτε και σας περιμένουμε!»
Το άλλο πρωί η Ανθίππη με ρωτά:
— Ποιόν περίμενες χτες τη νύχτα;
— Εγώ περίμενα κανέναν;
— Μα ναι, κάποιον φώναζες στον ύπνο σου να ‘ρθει.
Δε θυμούμαι πια τίποτα και της λέω πως θα ‘ταν όνειρο.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ
Περιστατικά μιας πλημμύρας και του φοβερού ληστή που λεγόταν Λαζο-εφφές
Ο παππούς ήταν ένας μεγαλόσωμος άντρας, γεμάτος υγεία παρ’ όλα τα εβδομήντα του χρόνια, κ’ ήταν γενναία καρδιά. Όλη τη ζωή του την πέρασε στα Κιμιντένια, μια σκληρή ζωή, ίσαμε που ν’ αναστηθεί το υποστατικό. Ωστόσο απ’ τη δύσκολη εκείνη ζωή το μόνο σημάδι που έμεινε ήταν βαθιές χαρακιές στο πρόσωπο του, τίποτ’ άλλο. Στα γαλανά μάτια του βασίλευε παιδική αγαθότητα, και στα χείλια του, άμα γελούσε,
έλαμπε η καλοσύνη του κόσμου. Σ’ έναν πιστό κιαγιά είχε αναθέσει την κυβέρνηση του υποστατικού γι’ αυτό μπορούσε όλη τη μέρα να είναι ντυμένος με τ’ ακριβά τα ρούχα του από τσόχα, ραμμένα με την πιο αυστηρή παράδοση των Αϊβαλιωτών βρακάδων. Είχε μιαν απερίγραπτη ευαισθησία στο ντύσιμο του, και ποτές δε θυμούμαι να τον είδα αφρόντιστο όλα τα καλοκαίρια που ζούσαμε κ’ εμείς στο κτήμα. Δεν ήξερε διόλου γράμματα, γι’ αυτό τον βοηθούσε στους λογαριασμούς η πιστή του συντρόφισσα, η γιαγιά μου.
Μετά από αρκετούς μήνες κυκλοφορούμε και πάλι! Το τέταρτο φύλλο της εφημερίδας της τάξης μας είναι έτοιμο. Με μια μεγάλη συνέντευξη από έναν σπουδαίο προπονητή, με ακόμα πιο πλούσια και ενδιαφέρουσα ύλη. Ένα μεγάλο μπράβο σε όλα τα παιδιά! Κάντε κλικ στο πρωτοσέλιδο για να ξεφυλλίσετε τις σελίδες της εφημερίδας μας!
Με μεγάλη χαρά περιμένουμε την επίσκεψη του προπονητή της Εθνικής πόλο και του Ολυμπιακού Θοδωρή Βλάχου.
Θα έχουμε την ευκαιρία να γνωρίσουμε από κοντά τον προπονητή της Εθνικής μας που κατέκτησε το αργυρό μετάλλιο στους τελευταίους Ολυμπιακούς Αγώνες, να συζητήσουμε μαζί του για το άθλημα του πόλο, για τη μεγάλη επιτυχία της Εθνικής και τους επόμενους στόχους της.
Τα μαγικά τετράγωνα εδώ και πολλά χρόνια αποτελούν μια μαθηματική επινόηση που διασκεδάζει τους ανθρώπους και ταυτόχρονα εξασκεί το νου τους! Όπως το μαρτυράει και η λέξη, πρόκειται για τετράγωνους πίνακες στους οποίους είναι τοποθετημένοι ακέραιοι αριθμοί κατά τέτοιον τρόπο, ούτως ώστε οριζόντια, κάθετα και διαγώνια το άθροισμά τους να είναι το ίδιο και ο κάθε αριθμός να μην εμφανίζεται δεύτερη φορά. Το άθροισμα κάθε μαγικού τετραγώνου ονομάζεται αλλιώς
«μαγικό στοιχείο».
Μερικά παραδείγματα :
Πώς να κάνουμε μαγικά τετράγωνα:
Στο κέντρο τοποθετούμε έναν αριθμό π.χ. το 9:
_ _ _
_ 9 _
_ _ _
Διαγώνια προσθέτουμε και αφαιρούμε τον ίδιο αριθμό:
Π.χ. το 1, οπότε παίρνουμε τους αριθμούς 10 και 8 αντίστοιχα και τους τοποθετούμε διαγώνια:
10 _ _
_ 9 _
_ _ 8
Διαπιστώνουμε ότι έχουν άθροισμα 27.
Κατόπιν με τον ίδιο τρόπο προσθέτουμε και αφαιρούμε έναν άλλον αριθμό, π.χ. το 4, οπότε παίρνουμε τους αριθμούς 13 και 5:
10 _ 13
_ 9 _
5 _ 8
Τέλος, συμπληρώνουμε τα κουτάκια που μας έμειναν με τους αριθμούς που συμπληρώνουνε το άθροισμα (27):
* Ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τα μαγικά τετράγωνα:
– Ένας κινέζικος μύθος λέει πως ο Κινέζος αυτοκράτορας Yu, καθώς περπατούσε κατά μήκος του Κίτρινου ποταμού, παρατήρησε ένα αριθμητικό μοτίβο στο καβούκι μιας χελώνας!
– Τα μαγικά τεράγωνα στην Κίνα χρησιμοποιήθηκαν από το 2.200 π.Χ. με διάφορες εφαρμογές στην αστρολογία, στη μαγεία, στη μαντική, ακόμη και στην κατανόηση φυσικών φαινομένων και της ανθρώπινης συμπεριφοράς!
– Στην Ινδία τα μαγικά τετράγωνα βρήκαν εφαρμογή στην αρωματοποιΐα!
– Για τους Άραβες η εφαρμογή τους ήταν μαθηματική και όχι μαγική!
– Πρώτη φορά στην Ευρώπη τα μαγικά τετράγωνα εμφανίζονται σε μια γραβούρα του Γερμανού καλλιτέχνη Albrecht Durer (Melencolia I). Δείτε στην εικόνα πάνω δεξιά:
* Πηγές:
Ε Ρ Γ Α Σ Τ Η Ρ Ι Ο Δ Ι Δ Α Κ Τ Ι Κ Η Σ Μ Α Θ Η Μ Α Τ Ι Κ Ω Ν
Selkirk (Ροβινσόνας Κρούσος) – Πως ξέμεινε στο ερημικό νησί
«ΜΑΣ – Α – ΤΙΕΡΑ»
ΤΟ ΝΗΣΙ ΤΟΥ ΡΟΒΙΝΣΟΝΑ ΚΡΟΥΣΟΥ
Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΤΟΥ ΣΚΩΤΣΕΖΟΥ ΝΑΥΤΙΚΟΥ
Ο ήρωας – ναυαγός του γνωστού μυθιστορήματος του Δανιήλ Ντεφόε, ο Ροβινσόνας Κρούσος, δεν είναι δημιούργημα συγγραφικής φαντασίας αλλά ένα αληθινό πρόσωπο, που έζησε ολομόναχος τέσσερα χρόνια σ’ ένα νησί του Ειρηνικού Ωκεανού.
Δεν ναυάγησε σε τρικυμία, αλλά εξορίστηκε στο ερημονήσι από αυθάδεια σε ανώτερό του. Εκείνους τους αιώνες, πριν ανοίξει το κανάλι του Παναμά, μπουκανιέροι και θαλασσοπόροι για να περάσουν στον Ειρηνικό για ανακαλύψεις, κουρσέματα κι επισκέψεις σε αποικίες, έπρεπε να καβατζάρουν το απώτατο άκρο της Νότιας Αμερικής, το τρομερό Ακρωτήριο Χόρν.
Πρώτος στον Ειρηνικό, ο Ισπανός θαλασσοπόρος Χουάν Φερνάντεθ, το 1563, ανακάλυψε το Μας – α – Τιέρρα (=νησί κοντά στην ακτή) και το μικρό Μας – α – Φουέρα που απέχουν 350 μίλια Δυτικά από τη Χιλή. Το στίγμα του πρώτου: Νότιο Πλάτος 33.36 – Δυτικό Μήκος 78.48.
Ο Φερνάντεθ, θέλοντας να τα κάνει αποικίες, κουβάλησε το 1572 Σπανιόλους και κατοικίδια ζώα, που τα περισσότερα ήταν κατσίκια. Στις αρχές του 1704, ύστερα από 132 χρόνια, δύο εγγλέζικα μπάρκα, το «SAINT GEORGE» και το «CINQ PORTS», πού ‘χαν έρθει να κουρσέψουν σπανιόλικα και γαλλικά καράβια, φουντάρισαν στο Μας – α – Τιέρρα να ξεκουράσουν τα ταλαιπωρημένα τσούρμα τους και να επιδιορθώσουν τις ζημιές τους.
Εκεί, ο υποπλοίαρχος του δεύτερου, Αλέξανδρος Σέλκιρκ, διαφώνησε με τον πλοίαρχό του, Τόμας Στράντλινγκ. Ο ιστορικός του, ο Άρθουρ Τραίην, αναφέρει πως ο νευρωτικός σκωτσέζος υποπλοίαρχος του είπε μπροστά σε όλο το τσούρμο:
– Καλύτερα μονάχος μου στο νησί παρά στο σαπιοκάραβο, που κάνει νερά, με σένα Κυβερνήτη!
Ο πλοίαρχος απάντησε «All right!» κι έστειλε με βάρκα τον Σέλκιρκ στο ερημονήσι. Του ‘δωσε μαζί του λίγα ρούχα, τουφέκι, μπαρούτι, βόλια, μαχαίρι, τσεκούρι, καπνό, μια χύτρα, ναυτιλιακά όργανα, βιβλία ναυσιπλοΐας και μία Βίβλο!
Οι βιογράφοι, δε γράψανε κολακευτικά για την παλικαριά του. Ο Σέλκιρκ εκλιπαρούσε τους ναύτες να τον πάρουν πάλι μαζί τους και κολύμπησε, απελπισμένα πίσωθέ τους…
Ο Σέλκιρκ στάθηκε προφητικός! Το «CINQ PORTS» απέτυχε στην αποστολή του κι όλοι κατέληξαν σ’ ένα μπουντρούμι στη Λίμα του Περού.
Η ζωή του Ροβινσόνα Κρούσου στο νησί
Το Μας – α – Τιέρρα σύμφωνα με τις πληροφορίες του Χάρρυ Σουάντος είχε μήκος 12 μίλια επί 3 μίλια πλάτος. Ο Σέλκιρκ, στο «Νησί της Απελπισίας», όπως το ονόμασε, περνούσε τον καιρό του αγναντεύοντας τη θάλασσα και προσμένοντας εγγλέζικο καράβι για να μπαρκάρει. Προσπάθησε ν’αποδιώξει την ιδέα της αυτοκτονίας, μέχρι που τα κατάφερε. Τους πρώτους 8 μήνες έτρωγε μόνον όταν τον θέριζε η πείνα και κοιμόταν όταν κλείνανε τα μάτια του. Ζούσε σε μια σπηλιά και δυό καλύβια από πιπερόδεντρα.
Όταν στόμωσε το μαχαίρι του, σκάρωσε άλλο από’να τσέρκι που βρήκε στην αμμουδιά. Παρόλο που ήτανε γυιός τσαγκάρη, δεν χρειάστηκε παπούτσια γιατί είχανε πιάσει πέτσα οι πατούσες του… Όταν λυώσανε τα ρούχα του, ντύθηκε με κατσικοδέρματα. Βλέπεις, ο ισπανός θαλασσοπόρος τον βοήθησε με τον τρόπο του. Κάτοικοι δεν υπήρχαν στο νησί αλλά είχανε γεννοβολήσει τα κατοικίδια ζώα.
Ο Γουώλτερ ντε λα Μαρ γράφει στο βιβλίο του πως ο Σέλκιρκ, από τότε που τελειώσανε τα βόλια του μέχρι την ημέρα που έφυγε από το νησί, είχε πιάσει και σκοτώσει περισσότερα από 500 κατσίκια. Όταν κατάφερε να πιάσει το πρώτο ζωντανό, πρόσθεσε στο φαγητό του και το γάλα. Έτρωγε γογγύλια, κρέας από αγριοκάτσικα και θαλάσσιες χελώνες. Μια φορά που ξέμεινε από την άμπωτη ένα θαλάσσιο λιοντάρι, από το σκληρό του τρίχωμα απέκτησε οδοντογλυφίδες. Σοβαρά, κινδύνεψε δυό φορές. Μια που γκρεμίστηκε από 30 μέτρα κι όταν βγήκανε στο νησί σπανιόλοι ναύτες και τον κυνηγήσανε για «αγρίμι»! Γλύτωσε σκαρφαλώνοντας σε ψηλό δέντρο, μέχρι που φύγανε. (Τότε οι Εγγλέζοι που πέφτανε στα χέρια τους, καταλήγανε σε κάποιο ανήλιαγο μπουντρούμι)
Ούτε «Παρασκευάς» ούτε «Κανίβαλοι» υπήρξανε ποτέ στο νησί του Ροβινσόνα. Μονάχα γάτες είχε μαζέψει κοντά του, προσφέροντάς τους γαλατάκι κι όχι για να παίζει μαζί τους αλλά για να τον γλυτώσουν από τα αμέτρητα ποντίκια, πούχανε βγει κι αυτά στο νησί από τα καράβια!
Ο Σέλκιρκ μετρούσε το χρόνο της παραμονής του χαράζοντας «γραμμές» στα δέντρα. Για να μην ξεχάσει τη γλώσσα του, έψελνε ύμνους από τη Βίβλο. Τέσσερα χρόνια και τέσσερις μήνες έζησε ολομόναχος ο Αλέξανδρος Σέλκιρκ στο Μας – α – Τιέρρα.
Ο Ροβινσόνας μπαρκάρει σε καράβι
Στις 31 Ιανουαρίου 1709, δύο εγγλέζικες φρεγάτες, «DUKE» και «DUTCHES» υπό τον Κάπταιν Γούντ, ήρθανε στο ερημονήσι για να πάρουν πόσιμο νερό. Είχανε ξεκινήσει το 1708 από το Μπρίστολ με τσούρμο, που το αποτελούσανε ραφτάδες, τενεκετζήδες, γυρολόγοι, σανοκουβαλητάδες και πλανόδιοι οργανοπαίχτες! Τη χαραυγή ο Γούντ είδε καπνό στο νησί κι έστειλε μια βάρκα με ναύτες, για αναγνώριση.
Γυρίσανε, χωρίς μάχη, μ’ένα ξυπόλυπτο όν, πούχε μακρυά μαλλιά, γένεια κι ήταν ντυμένο με κατσικοπροβιές. Οι ναύτες τον ονόμασαν « Ο Κυβερνήτης του Νησιού Φεράντεθ». Όμως, τα χάσανε όλοι, όταν ο μαυριδερός άντρας, που δεν πολυκαταλάβαιναν τα εγγλεζικά του, που δυσκολευότανε να φορέσει παπούτσια και δεν μπορούσε να συνηθίσει το φαγητό τους, ανέλαβε υποπλοίαρχος στο «DUKE»!
Η φρεγάτα με πορεία βόρεια από το Γκουακγιαβίλ του Ισημερινού κούρσεψε δύο σπανιόλικα καράβια με λεία 25000 οκτάρια. Τον Νοέμβριο του 1709 σε καρτέρι, στην Καλιφόρνια, το «DUKE» αναμετρήθηκε με τη σπανιόλικη γαλέρα «Κυρία της Αγνής Συλλήψεως», που έκανε δρομολόγια από Μανίλα, Φιλιππίνες στο Ακαπούλκο, Μεξικού. Το αλλόκοτο εγγλέζικο τσούρμο ανάγκασε τη γαλέρα να παραδοθεί και έκανε μπάζα 4 εκατομμύρια δολλάρια! Ένα ποσό που θα το ζήλευε ο μεγάλος Φράνσις Ντρέϊκ, ο πειρατής που έγινε ναύαρχος!
Τον Ιανουάριο του 1710, ο Σέκλιρκ ανέλαβε πλοίαρχος στο «DUKE». Διέσχισε Ειρηνικό και Ατλαντικό και φουντάρισε στον Τάμεση, στις 14 Ιανουαρίου 1711. Ήταν ημέρα Κυριακή, ώρα εκκλησιασμού, όταν επέστρεψε με 800 λίρες στην τσέπη στο μικρολίμανο του Λάργκο, στο Φάϊθ της Σκωτίας, πούχε γεννηθεί το 1676.
Ο Ροβινσόνας στον πολιτισμένο κόσμο
Ο Αλέξανδρος, έβδομος γυιός μπαλωματή, καυγατζής, από μικρός χωνόταν στα καπηλιά κι άκουγε θαλασσινές ιστορίες. Το 1695, 19 χρόνων, μπαρκάρισε για 6 χρόνια. Το 1702 ανέλαβε υποπλοίαρχος στο «CINQ PORTS».
Το πραγματικό του επώνυμο ήταν Σελκραίγκ. Εκείνα τα χρόνια συνήθιζαν να τ’αλλάζουν. Όλοι οι δικοί του τ’αλλάξανε σε Σέλκιρκ όταν ο Ρόμπερτ Στήλ, εκδότης της εφημερίδας «ENGLISHMAN» για μια βδομάδα ιστορούσε την περιπέτειά του.
Στο Λάργκο, ο Σέλκιρκ δεν έμεινε στο σπιτικό του. Έσκαψε και ζούσε σε σπηλιά, σε λοφίσκο. Περνούσε τον καιρό του ψαρεύοντας. Τον Ιανουάριο του 1717 γνώρισε τη Σοφία Μπρούς, που έβοσκε την αγελάδα της. Την πήρε μαζί του και έησαν μαζί στο ΠώλΜώλ στο Λονδίνο. Κάποτε την παράτησε και γύρισε στο χωριό του. Πήγε στο Μπρίστολ και στο Λίβερπουλ. Ορισμένοι πιστεύουν πως συνάντησε τον συγγραφέα Ντάνιελ ντε Φόε και τούδωσε σε χαρτιά την ιστορία του.
Το 1720 νοστάλγησε τη θάλασσα και μπαρκάρισε υποπλοίαρχος στο πολεμικό «WAYMOUTH» που τράβηξε στις Δυτικές ακτές της Αφρικής, να χτυπήσει πειρατές. Στη Σενεγάλη, κυκλοφορούσε νύχτα, ένα περίεργο κουνούπι. Προτιμούσε λευκούς από μαύρους. Ξανθούς από μελαχροινούς. Καινουργιοφερμένους από παλιούς. Το τσίμπημά του μετάδιδε μια λοιμώδη επιδημική αρρώστεια, τον «κίτρινο πυρετό»! Στις 13 Δεκεμβρίου 1721 γράφτηκε στο ημερολόγιο του πολεμικού τ’όνομα του νεκρού υποπλοίαρχου Αλέξανδρου Σέλκιρκ.
Για τον Σκωτσέζο ναυτικό απόμεινε ένα άγαλμα στην αυλή του, στο Φάϊθ, που το στήσανε το 1885. Κι άλλο ένα άγαλμα, τεράστειο, στο νησί που έζησε, το Μας – α- Τιέρρα. Πολλά χρόνια αργότερα, οι Χιλιανοί ονόμασαν το νησί «ROBINSON CRUSOE ISLAND» και το μικρό «ALEXANDER SELKIRK ISLAND», κι έτσι παραμένουν μέχρι σήμερα. Φυσικά όλα αυτά γίνανε μετά το θάνατό του.
Εμφανίζεται ο συγγραφέας Ντάνιελ ντε Φόε!
Ο συγγραφέας του βιβλίου «Ροβινσόνας Κρούσος», ο Ντάνιελ ντε Φόε, ήταν πολιτικός αρθρογράφος, παντρεμένος, με έξι παιδιά. Η ζωή του, πολυτάραχη. Τον κυνηγούσαν οι πιστωτές και οι αρχές. Στα 60 του χρόνια χρειαζότανε «μπεστ σέλλερ» για να ξελασπώσει από τα χρέη.
Έχοντας την ιστορία, είτε από τον Σέλκιρκ είτε από τον κάπταιν Γούντ, κυκλοφόρησε ο εκδότης του το βιβλίο το 1719 με τίτλο και υπότιτλους που τον αποτελούσαν 59 λέξεις! Ο Ντε Φόε δεν είχε ταξιδέψει ποτέ στη ζωή του αλλά είχε ζωηρή φαντασία.
Με πολλές εκδόσεις, τ’όνομα του ήρωα έγινε γνωστό, που ξεκίνησε Robinson Krentznaez και κατέληξε Robinson Crusoe, κι έζησε σ’ένα ερημικό νησί στις εκβολές του Ορενόκο, στη Βενεζουέλα! Το βιβλίο δεν έδωσε πολλά κέρδη στο συγγραφέα, που δεν έπαψε να κρύβεται από τους πιστωτές του μέχρι το 1731, που πέθανε.
Οι ιστορικοί πιστεύουνε πως ο Αλέξανδρος Σέλκιρκ, που πέθανε ένα χρόνο αργότερα, δεν έμαθε ποτέ για την έκδοση του βιβλίου της ζωής του, που έγινε από τα πιο γνωστά στην παγκόσμια λογοτεχνία!
Άλλοι Ροβινσόνες στα ίδια νησιά
Ο Φώτης Κόντογλου που έγραψε για τον Ροβινσώνα Κρούσο αναφέρει πως, πριν από αυτόν, έζησε ολομόναχος σ’ερημονήσι ο ναύτης Πέντρο Σεράνο. Ναυάγησε το 1540 και σώθηκε σε μακρόστενο αμμονήσι, στην ίδια περιοχή. Κατάφερε, χωρίς βλάστηση, να επιζήσει 7 χρόνια τρώγοντας γαρίδες, αστακούς και νεροχελώνες. Για να μην πεθάνει από τη δίψα, μάζευε βρόχινο νερό μέσα σε χελωνοκαβούκια. Είχε μαζί του μόνο ένα μαχαίρι!
Το 1730 το εγγλέζικο «SPEEDWELL» προσάραξε στο Μας – α -Τιέρρα. Το τσούρμο έζησε στο ερημονήσι 5 μήνες, και το επισκεύασε. Έντεκα από τους άνδρες που μείνανε σαν άποικοι, είχανε τραγικό τέλος. Τους σκότωσαν οι Σπανιόλοι, πούρθανε για λίγο, περαστικοί στο νησί.
Το 1741, σύντροφοι του λόρδου ?νσον, πούχανε προσβληθεί από σκορβούτο, ζήσανε 3 μήνες στο νησί και γιατρεύτηκαν τρώγοντας φυτά.
Το 1750 εγκαταστάθηκαν Σπανιόλοι. Χτίσανε και κάστρο, που σε δύο χρόνια γκρεμίστηκε από σεισμούς.
Το 1810 η Χιλή προσάρτησε τα δύο νησιά. Μέχρι το 1835 τα χρησιμοποίησε για φυλακές καταδίκων. Κάποτε επαναστάτησαν και διώξανε τους αποίκους. Αργότερα το νησί ερημώθηκε.
Το 1868-1877 η Χιλή το νοίκιασε σε Γερμανό και σε Ελβετούς που θέλανε να μιμηθούνε τη ζωή του Ροβινσώνα.
Το νησί τον περασμένο αιώνα και σήμερα
Η ιταλίδα δημοσιογράφος Φεράνκα Φαλκεστάνι, έμεινε πριν από 35 χρόνια στο «Νησί της Απελπισίας» κι έγραψε τις εντυπώσεις της.
Το Μας – α – Τιέρρα είχε πλημμύρες από ασταμάτητες βροχές! Είχε αέρηδες που ραντίζανε το νησί με άμμο και θάλασσα! Είχε φουρτούνες. Θάλασσα που έκοβε τις άγκυρες στα πλοία! Το νησί έχει γεννηθεί από ηφαίστειο, γι’αυτό κι είχε κατακόκκινα βουνά. Είχε όμως και δάση με άφθονες πηγές και πυκνή βλάστηση, που ζούσανε χιλιάδες πολύχρωμα πουλιά.
Η Φαλκεστάνι βρήκε Ευρωπαίους! Ήταν απόγονοι από το πλήρωμα του γερμανικού καταδρομικού «DRΕSDEN».
Πολέμησαν και γλύτωσαν στη ναυμαχία του Φάλκλαντ, στον Α’Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι σύμμαχοι όμως το βρήκανε και το βυθίσανε έξω από το Μας – α – Τιέρρα, το 1918. Όταν ο πόλεμος τελείωσε, δεν γυρίσανε στην πατρίδα τους. Ξεχάσανε τον πολιτισμένο κόσμο και τη γλώσσα τους.
Υπήρχε ένας χωροφύλακας, δύο δάσκαλοι και ένας ταχυδρόμος. Υπήρχε κι εκκλησία. Μια φορά το χρόνο, πήγαινε ένας παππάς από το Βαλπαραϊζο. Πάντρευε, βάφτιζε κι έψελνε τρισάγιο για κάποιο πεθαμένο.
Το νησί είχε άφθονο ψάρι και αμέτρητους αστακούς, το είδος «παλινούρις φρουτάλις». Όταν περνούσαν ψαράδικο τους ανταλλάζανε με κονσέρβες. Είχε μόνον έλλειψη σε σαπούνι και καφέ!
Σήμερα υπάρχει περισσότερος τουρισμός. Όσοι πηγαίνουν, βλέπουν το άγαλμα του Αλέξανδρου Σέλκιρκ (για πολλούς προφέρεται Σελκέρκ), τη σπηλιά του Ροβινσώνα Κρούσου και κάποια πρωτόγονα σκεύη, που λένε, πως είναι αυθεντικά και διατηρούνται περισσότερο από 300 χρόνια…
Πέρσι απολαύσαμε το βιβλίο του Τριβιζά Η τελευταία μαύρη γάτα
Φέτος συμφωνήσαμε να διαλέξετε εσείς ποιο βιβλίο θέλετε να επιλέξουμε ανάμεσα στα παρακάτω τέσσερα:
Ευγένιος Τριβιζάς, Το κουδούνι του τρόμου
Ο συγγραφέας που μας χάρισε τη «Φρουτοπία», την «Τελευταία Μαύρη Γάτα», τους «Δραπέτες της Σκακιέρας» και «Τα Τρία Μικρά Λυκάκια» επιστρέφει, λοιπόν, με υποβλητική περιπέτεια που συνδυάζει την εκρηκτική φαντασία του «μετρ των ανατροπών» με το χιούμορ, τη συγκίνηση, το μυστήριο, την αγωνία και την ελπίδα, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται. Ο λόγος για «Το κουδούνι του τρόμου», ένα βιβλίο με έντονα οικολογικά μηνύματα κατά της απληστίας, της εκμετάλλευσης, της αναλγησίας και των άνομων συμφερόντων που απειλούν με καταστροφή τη ζωή του πλανήτη μας.
Ένα από τα «ατού» του βιβλίου είναι η εικονογράφηση του Stephen West που εμπλουτίζει το κείμενο. Στο οποίο, μεταξύ άλλων, συμβαίνουν τα εξής: Δύο φαινομενικά καλοκάγαθες γηραιές κυρίες στήνουν μια σατανική παγίδα για να παρασύρουν το θύμα τους σε έναν εφιάλτη χωρίς τέλος! Μία ομάδα μυστικών αστυνομικών μεταμφιεσμένων σε ταυρομάχους και Γιαπωνέζες γκέισες αναζητούν τον ένοχο για την αρπαγή της «δροσοσταλίδας της χαραυγής» από τα ολλανδικά ανάκτορα! Ένα ανέμελο αγόρι επιστρέφοντας από το σχολείο το καλοκαιριάτικο εκείνο μεσημέρι τολμά μια ανό-ητη απερισκεψία δίχως να φαντάζεται σε τι ανατριχιαστικούς κινδύνους και σε ποιες θανάσιμες πλεκτάνες θα το παρασύρει!
2. Ιούλιος Βερν, Ο Γύρος του Κόσμου σε 80 ημέρες
Από το 1873, που κυκλοφόρησε Ο γύρος του κόσμου σε 80 ημέρες του Ιουλίου Βερν, το βιβλίο έχει κάνει χιλιάδες φορές τον γύρο του κόσμου. Ο Ιούλιος Βερν, ένας από τους πρώτους συγγραφείς μυθιστορημάτων επιστημονικής φαντασίας, έστειλε τους ήρωές του να ταξιδέψουν στο φεγγάρι και στο κέντρο της Γης, τους φαντάστηκε να περιπλανιούνται στον βυθό της θάλασσας με υποβρύχια, αλλά και στον ουρανό με αεροπλάνα.
Στην περιπέτεια του Φιλέα Φογκ, ο πάντοτε ακριβής Άγγλος τζέντλεμαν στοιχηματίζει με τους φίλους του ότι μπορεί να κάνει τον γύρο του κόσμου σε 80 ημέρες. Είναι αυτό δυνατό σε μια εποχή που δεν υπήρχαν καν αεροπλάνα;
Η ιστορία του Ιουλίου Βερν μάς ταξιδεύει γύρω από τον κόσμο, γνωρίζοντάς μας τόπους μακρινούς και δείχνοντας τη σημασία της επιμονής και της υπομονής όταν κυνηγάμε τα όνειρά μας.
3. Μαρκ Τουάιν, Οι περιπέτειες του Τομ Σώγιερ
Ο Τομ Σόγιερ είναι ορφανός και ζει μαζί με τη θεία του Πόλλυ στο Μιζούρι, κοντά στον ποταμό Μισισιπή.
Ζωηρός και ατίθασος, προσπαθεί να αποφύγει το σχολείο και την πειθαρχία, ενώ θέλει να ζήσει μαγευτικές περιπέτειες. Παρέα με τον Χακ Φινν, τον καλύτερό του φίλο, μπλέκονται σε διασκεδαστικές και γοητευτικές ιστορίες, σκαρώνουν φάρσες, παίζουν τους πειρατές, τους Ινδιάνους, υποδύονται τους εξερευνητές και ψάχνουν για χαμένους θησαυρούς.
Τι θα συμβεί, όμως, όταν μια μέρα ο Τομ και η Μπέκυ, το κορίτσι που προσπαθεί να κερδίσει, χάνονται μέσα σε μια μεγάλη σπηλιά; Ποιο είναι το μυστικό που κρύβει μέσα στο σκοτάδι της;
Πότε ξεκαρδιστικό και πότε συγκινητικό, το έξοχο αυτό μυθιστόρημα προβάλλει με θαυμαστό τρόπο το αίσθημα ευθύνης και τη γενναιότητα ενός ατίθασου, σκανδαλιάρικου αλλά και καλόκαρδου παιδιού.
4. Τζωρτζ Όργουελ, Η φάρμα των ζώων
Σε ένα αγρόκτημα τα ζώα επαναστατούν και ανατρέπουν την καταπιεστική εξουσία του ανθρώπου. Τη διοίκηση αναλαμβάνουν τα γουρούνια, που φαίνονται ικανότερα από τα άλλα ζώα. Η νέα εξουσία όμως δεν αργεί ν’ αποδειχτεί το ίδιο κακή ή και ακόμα χειρότερη από την προηγούμενη. Κυρίως γιατί εξαφανίζει τις δυνατότητες για αντίδραση…
Η αλληγορία του Τζωρτζ Όργουελ έχει πρωταγωνιστές της τα ζώα, όπως αυτές του Αισώπου.
Με την αποστολή Apollo 11 της NASA πραγματοποιήθηκε ένα από τα πιο φιλόδοξα όνειρα του ανθρώπου. Ο αστροναύτης Neil Armstrong έγινε ο πρώτος άνθρωπος που πάτησε στη Σελήνη, στις 21 Ιουλίου 1969: «ένα μικρό βήμα για τον άνθρωπο, ένα μεγάλο βήμα για την ανθρωπότητα». Λόγω έλλειψης ατμόσφαιρας στη Σελήνη, τα αποτυπώματα από τα παπούτσια των αστροναυτών, διατηρούνται για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα. Το video είναι από την εκπομπή: «Σαν Σήμερα» της Ελληνικής Τηλεόρασης.