01-12-2016

Aιολική γη (του Ηλία Βενέζη)

 

Το μυθιστόρημα ανασυνθέτει την ευτυχισμένη ζωή στη Μικρασία πριν τη μικρασιατική καταστροφή. Το πλήθος των φανταστικών προσώπων, των φυσικών στοιχείων, των παιδιών και των μεγάλων που συνθέτουν τον κόσμο της Αιολικής γης είναι δοσμένα από το ώριμο ύφος του συγγραφέα με μορφή παραμυθένια, με πληρότητα μαγική. Η Αιολική γη είναι το βιβλίο του χαμένου παραδείσου των παιδικών χρόνων στα παράλια της Μικρασίας και του δραματικού ξεριζώματος από τη γενέθλια γη.

Πληροφορίες :

για το συγγραφέα

για το Αϊβαλί

για τους Αιολείς

για τη Μικρασιατική καταστροφή

για τα παιδιά – πρόσφυγες

 

 

 

 

 

 

 

 

Παραθέτουμε το πρώτο κεφάλαιο του μυθιστορήματος

ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ

Κόσμος

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

Κιμιντένια

Όταν παραμέρισαν τα κύματα του Αιγαίου κι άρχισαν ν” αναδύονται απ” το βυθό τα βουνά της Λέσβου υγρά, στιλπνά και γαλήνια, τα κύματα είδαν ξαφνιασμένα το νησί, το νέο τους φίλο. Ήταν συνηθισμένα να ταξιδεύουν απ” τα μέρη του Κρητικού πελάγου και να σβήνουν στις ακρογιαλιές της Ανατολής, και ό,τι ξέρανε από στεριά ήταν σκληρά βουνά, κοφτοί θεόρατοι βράχοι, γη από κίτρινη πέτρα. Τούτο δω, με το νέο νησί, ήταν κάτι άλλο – ω, πόσο διαφορετικό! Γι” αυτό είπαν τα κύματα:
«Ας πάμε το μήνυμα στην πιο κοντινή γη, στη γη της Αιολίδας. Ας της πούμε για το νησί, τη νέα γη που έδεσε το φως με τη γαλήνη, για τη γραμμή και την κίνηση του που είναι τόσο ήμερη σα να έχει μέσα της τη σιωπή, ας της πούμε για το θαύμα του Αιγαίου!»
Ήρθαν τα κύματα και φέραν το μήνυμα του πελάγου στην αιολική ακτή. Ήρθαν και άλλα κύματα, κι άλλα – όλα τα κύματα. Όλα λέγαν για το παιχνίδι της γραμμής του νησιού, για το παιχνίδι της αρμονίας και της σιωπής.
Τ” άκουσαν την πρώτη μέρα τα σκληρά βουνά της Ανατολής και μείνανε αδιάφορα. Τ” άκουσαν και την άλλη, και πάλι δεν ταράχτηκαν. Όμως όταν το κακό παράγινε και κάθε στιγμή άλλο δεν ακούγανε παρά τη βουή του πελάγου να τους λέει για το θαύμα, τα βουνά παράτησαν την αταραξία τους και, περίεργα, σκύψανε πάνω απ” τα κύματα να δουν το νησί του Αιγαίου. Ζηλέψανε την αρμονία του και είπαν:
«Ας κάμουμε κ” εμείς έναν τόπο γαλήνης στη γη της Αιολίδας, που να “ναι σαν το νησί!»
Παραμερίσανε τότε τα βουνά, τραβήχτηκαν στο βάθος, κι ο τόπος που άφησαν έγινε ο τόπος της Γαλήνης.
Τα βουνά κείνα της Ανατολής τα λένε Κιμιντένια.
Οι πρόγονοί μου δουλέψανε σκληρά τη γη που είναι κάτω απ” τα Κιμιντένια. Όταν εγώ γεννήθηκα, ένα μεγάλο μέρος της περιοχής το όριζε η φαμίλια μας. Το χειμώνα μέναμε στην πόλη, αλλά μόλις τα χιόνια φεύγανε απ” τα Κιμιντένια κ” η γη πρασίνιζε μας έπαιρνε η μητέρα μας, όλα τ” αδέρφια μου, την Ανθίππη, την Αγάπη, την Άρτεμη, τη Λένα, εμένα, και πηγαίναμε να ζήσουμε τους μήνες του καλοκαιριού στο κτήμα, κοντά στον παππού και στη γιαγιά μας.
Η θάλασσα ήταν μακριά από κει, κι αυτό στην αρχή ήταν μεγάλη λύπη για μένα επειδή γεννήθηκα κοντά της. Στην ησυχία της γης θυμόμουν τα κύματα, τα κοχύλια και τις μέδουσες, τη μυρουδιά του σάπιου φυκιού και τα πανιά που ταξίδευαν. Δεν ήξερα να τα πω αυτά, επειδή ήμουνα πολύ μικρός. Αλλά μια μέρα η μητέρα μου βρήκε το αγόρι της πεσμένο μπρούμυτα καταγής, σα να φιλούσε το χώμα. Το αγόρι δε σάλευε, κι όταν η μητέρα πλησίασε τρομαγμένη και το σήκωσε είδε το πρόσωπο του πλημμυρισμένο στα δάκρυα. Το ρώτησε ξαφνιασμένη τι έχει, κ” εκείνο δεν ήξερε ν” αποκριθεί και δεν είπε τίποτα. Όμως μια μητέρα είναι το πιο βαθύ πλάσμα του κόσμου, κ” η δική μου, που κατάλαβε, με πήρε από τότε πολλές φορές και πήγαμε ψηλά στα Κιμιντένια, απ” όπου μπορούσα να βλέπω τη θάλασσα. Κ” ενώ εγώ αφαιριόμουνα στη μακρινή μαγεία του νερού, εκείνη δε μου μιλούσε, για να αισθάνομαι πως είμαστε μονάχοι, η θάλασσα κ” εγώ. Περνούσε πολλή ώρα έτσι, τα μάτια μου κουράζονταν να κοιτάνε και γέρναν, έγερνα κ” εγώ στη γη. Τότε τα δέντρα που με τριγύριζαν γίνονταν καράβια με ψηλά κατάρτια, τα φύλλα που θροούσαν γίνονταν πανιά, ο άνεμος ανατάραζε το χώμα, το σήκωνε σε ψηλά κύματα, τα μικρά τριζόνια και τα πουλιά ήταν χρυσόψαρα και πλέανε, κ” εγώ ταξίδευα μαζί τους.
Σαν ξυπνούσα, έβλεπα από πάνω μου τα μάτια της μητέρας μου να περιμένουν.
— Ήταν ωραία, αγόρι; με ρωτούσε χαμογελώντας γλυκά.
— Αχ, μητέρα, πάντα είναι ωραία με τη θάλασσα!
Μια από κείνες τις καλοκαιρινές μέρες γυρίζοντας με τη μητέρα μου απ” το «ταξίδι της θάλασσας στα Κιμιντένια», σταθήκαμε στην κοίτη ενός μικρού ποταμίου. Το ποτάμι ήταν γεμάτο καθαρό άμμο, έτρεχε όμως και λίγο νερό.
— Πως τρέχει νερό, είπα, αφού είναι καλοκαίρι και τα Κιμιντένια δεν κατεβάζουνε νερό;
— Έλα! μου λέει η μητέρα, που είχε ζήσει όλα τα παιδικά της χρόνια στα Κιμιντένια κ” ήξερε τον τόπο καλά. Έλα να δεις!
Περπατήσαμε μες στο ποτάμι, ακολουθώντας το βαθιά στην κοιλάδα, και τότε βρήκαμε σε μια κουφάλα την πηγή απ” όπου ανάβλυζε το νερό. Έκανε πολύ δροσιά εκεί· μολοντούτο δεν είχε βρύα και πλατάνια, όπως θα “πρεπε σε τόσο υγρό τόπο.
— Δοκίμασε το νερό, μου λέει η μητέρα μου. Να δεις τι δροσερό που είναι!
Πήρα με τη χούφτα μου και το ’φερα στα χείλια μου. Αλλά μόλις το άγγιξαν, το άφησα να χυθεί και σκούπισα τη γλώσσα μου.
— Μα αυτό είναι θάλασσα! είπα ξαφνιασμένος.
Η μητέρα μου γελούσε με πολλή χαρά. Με πήρε στην αγκαλιά της και μου είπε:
— Βλέπεις; Η θάλασσα είναι παντού!
Κι όταν έπειτα πήραμε το δρόμο του γυρισμού έγινε σοβαρή και μου εξήγησε πως όλη η περιοχή κάτω απ” τα Κιμιντένια ήταν κάποτε κακή γη, επειδή πολύ βαθιά μέσα της ζούσε η θάλασσα, έμπαινε μέσα της η θάλασσα. Και χρειάστηκε από γενιά σε γενιά ο ασταμάτητος μόχθος των ταπεινών μου προγόνων για να φύγει το νερό και να γίνουν τα δέντρα και τα κλήματα.
Στα χρόνια του πάππου μου, του πατέρα της μητέρας μου, η γη πια ήταν έτοιμη κ” έγινε το υποστατικό. Απ” τη μητέρα μου έμαθα το πώς έγινε η πρώτη καλύβα, πότε η γιαγιά μου φύτεψε με τα χέρια της τον πλάτανο στην αυλή, πότε φυτέψανε τα κλήματα. Στο υποστατικό έμπαινες από μια μεγάλη πόρτα, καμωμένη με σκαλιστό ξύλο. Στη μέση ήταν μια αυλή και γύρω γύρω της, η μια χτισμένη κοντά στην άλλη, ήταν οι οικοδομές. Στα κάτω πατώματα ήταν οι αποθήκες κ” οι στάβλοι, στ” απάνω η κατοικία του παππού και της γιαγιάς μας, πλάι ο ξενώνας, και πλάι οι κατοικίες για τις γυναίκες και τους ζευγάδες που δουλεύανε στο κτήμα ολοχρονίς. Μια ξύλινη σκάλα σε ανέβαζε απ” την αυλή στο σπίτι του πάππου, κι από κει άρχιζε το ξύλινο μπαλκόνι που ένωνε κυκλικά όλα τα χτίρια. Τα παράθυρα όλα βλέπαν μες στην αυλή, και μονάχα το σπίτι του παππού είχε ένα σιδερόφραχτο παράθυρο που έβλεπε έξω, τον κόσμο τον έξω απ” τη μεγάλη πόρτα. Έτσι το υποστατικό έμοιαζε σα μοναστήρι ή σα φρούριο, καμωμένο όλο με γερή πέτρα του Σαρμουσάκ για το φόβο των ληστών. Όμως δεν είχε τίποτα απ” την ασκητική αυστηρότητα των μοναστηριών, μήτε απ” την αγριότητα των φρουρίων. Ήταν βαμμένο με γαλάζιο χρώμα.
Σ” ένα επιτούτου δωμάτιο ήταν φυλαγμένα σαν πολύτιμα πράματα τα όπλα, γκράδες και μαρτίνια και σπαθιά, όσα θα φτάνανε για ν” αρματώσουν όλους τους ζευγάδες σε ώρα ανάγκης, αν μας ρίχνονταν ληστές. Αυτό το δωμάτιο το λέγαμε το «Κίτρινο» επειδή ήταν βαμμένο με δυνατό κίτρινο χρώμα. Το δικό μας, των παιδιών, ήταν πλάι στα όπλα, κ” η γειτονία τους μας έκανε να τα συλλογιζόμαστε πολύ. Και καθώς το Κίτρινο ήταν πάντα κλειδωμένο και κανένας δεν είχε την άδεια να το ανοίξει εκτός απ” τον παππού, η φαντασία μας του έδινε μεγάλες διαστάσεις, το σχημάτιζε σα μυστικό καταφύγιο μυθικών πλασμάτων.
Τις νύχτες, όταν γινόταν ησυχία έξω, όταν τα τσακάλια πια δεν ούρλιαζαν και μονάχα τα φύλλα των δέντρων ακούγονταν που σάλευαν, κάθε άλλος σιγανότατος θόρυβος που έφτανε ως εμάς μας φαινόταν να “ρχεται από το απαγορεμένο δωμάτιο. Τότε το ένα παιδί ξυπνούσε το άλλο.
— Άκουσες; έλεγε η μικρή Άρτεμη και μ” έσπρωχνε. Ξυπνούσα τρομαγμένος και ρωτούσα:
— Τι είναι;
— Άκου! Πλάι κάτι γίνεται! Στο Κίτρινο…
Έβαζα όλη την προσοχή κι αφουγκραζόμουν. Η γη αναπαύεται και γονιμοποιεί τους σπόρους, κι απ” το μυστικό της έργο έρχεται ένας ελάχιστος θόρυβος που μπορεί να φτάξει μονάχα σ” ένα παιδί. Οι ρίζες των δέντρων σαλεύουν στα σκοτεινά γυρεύοντας νερό να πιουν, οι φλούδες των κορμών σαλεύουν για να χυθούν οι χυμοί στους κλώνους και στα φύλλα, τα τυφλά σκουλήκια αγωνίζουνται έρημα το μικρό τους αγώνα, ένα ζαρκάδι πέρασε και χάθηκε, ένα άλλο, κυνηγημένο από μεγαλύτερο του αγρίμι, δεν μπόρεσε να περάσει στο δάσος να γλιτώσει κι ακούγεται η σπαραχτική φωνή του βαθιά, η φωνή του θανάτου. Ύστερα όλα ησυχάζουν, κ” έρχεται η Μεγάλη Σιωπή.
— Άκου!.. λέει πάλι η Άρτεμη όταν γίνεται ησυχία.
— Τσακάλι θα “ταν και πέρασε, της λέω.
— Μα όχι! Όχι το τσακάλι! Να! Τώρα, τώρα! Κει μέσα! Άκουσε!
Τεντώνω το αυτί μου κι ανοίγω τα μάτια μου όσο μπορώ. Η καρδιά μου χτυπά με αγωνία επειδή αισθάνουμαι την ανάγκη ν” ακούσω ό,τι μπορεί ν” ακούσει εκείνη.
— Αχ! λέω τέλος απελπισμένα. Δεν ακούω τίποτε! Μονάχα τα φύλλα…
— Καημένε! Τα φύλλα. Τι λες για φύλλα! κάνει η φωνή της μες στο σκοτάδι, και ξέρω πως στα μάτια της θα λάμπει η περιφρόνηση. Μα τόσο λοιπόν μικρός είσαι;
Εγώ ήμουνα έξι χρονώ κ” εκείνη είχε κλείσει πια τα οχτώ.
Αυτό δε με πείραζε τόσο. Αλλά μου ερχόταν να κλάψω απ” το κακό μου και απ” το παράπονο επειδή η Άρτεμη ήταν κορίτσι, κ” ένα κορίτσι δε θα “πρεπε να ξέρει πιο πολλά από ένα αγόρι. Κι όμως, να που έτσι γινόταν – αδικία πολλή ήταν στον κόσμο.
— Ό,τι θέλεις λες! της κάνω τέλος θυμωμένα. Ακούς τα φύλλα στα δέντρα και θαρρείς πως είναι στο Κίτρινο! Χμ!
— Κακομοίρη! Εγώ λέω ό,τι θέλω; διαμαρτύρεται η Άρτεμη. Δε θυμάσαι πως κ” εσύ τις προάλλες τ” άκουσες που περπατούσαν τα σπαθιά μες στο Κίτρινο και μιλούσαν με τα πιστόλια; Ακούς, να λέω, ό,τι θέλω!
Η Άρτεμη είχε δίκιο. Τις προάλλες φύσηξε πολύς αγέρας, αργά μετά τα μεσάνυχτα, κι όλο το υποστατικό σα να σάλευε. Από ψηλά, απ” τα Κιμιντένια, ερχόταν ο θρήνος των δέντρων που πάλευαν με τον άνεμο. Μήτε τα τσακάλια δεν είχαν τολμήσει να βγούνε κείνο το βράδυ απ” τις φωλιές τους, μήτε άλλα ζαρκάδια, καμιά φωνή δεν ακουγόταν. Τότες ακούσαμε το μυστικό θόρυβο που ερχόταν μεσ” από το Κίτρινο, και μείναμε κ” οι δύο σύμφωνοι, η Άρτεμη κ” εγώ, πως τα σπαθιά μιλούσαν. Λοιπόν, τώρα γιατί να μην πιστεύω;
— Εσύ όλο κοιμάσαι, αυτό είναι! συμπεραίνει η Άρτεμη, θέλοντας να εξηγήσει την αδυναμία μου. Εγώ όμως ξαγρυπνώ κ” έχω συνηθίσει τ” αυτί μου να παίρνει.
— Καλά, καλά! της λέω πάλι. Εσύ τα ξέρεις όλα! Κάθισε, λοιπόν, να ξαγρυπνάς με το σκοτάδι…
Γυρίζω στο μικρό κρεβάτι μου και κουκουλώνουμαι με το σεντόνι. Μα την ίδια στιγμή ένας καθαρός, καθαρότατος θόρυβος, ένα τικ τικ, έρχεται μες στη νύχτα απ” το μέρος του Κίτρινου.
— Τ” άκουσες επιτέλους; ψιθυρίζει στα σκοτεινά η φωνή της Άρτεμης, και θαρρώ πως τρέμει. Τ” άκουσες;
— Αχ, τ” άκουσα! μουρμουρίζω κ” εγώ με ταραχή. Τι να “ναι;
— Τα σπαθιά ξυπνούνε…, λέει εκείνη.
Μα τότε ξυπνά κ” η Ανθίππη. Είναι η μεγαλύτερη αδερφή μας, είναι ως δώδεκα χρονώ κ” είναι η δεύτερη μητέρα μας. Πάντα της λέγαμε τα μυστικά μας.
— Τι έχετε εσείς εκεί; ρωτά σιγανά.
— Ανθίππη, άκου!.. λέει η Άρτεμη, κ” η φωνή της είναι σα να γυρεύει βοήθεια. Τα σπαθιά ξύπνησαν στο Κίτρινο!..
Η Ανθίππη ακούει κ” ύστερα λέει ατάραχη:
— Ποντίκια είναι, μην κάνετε έτσι. Κοιμηθείτε!
Την ακούμε που γυρίζει απ” το άλλο πλευρό να κοιμηθεί, σα να μην έγινε τίποτα. Σκεπάζουμαι κ” εγώ ως το κεφάλι, μα τα μάτια δεν κλείνουν. Οι θόρυβοι του δάσους, της γης, των ζαρκαδιών γίνουνται ένα, γίνουνται η παράξενη μουσική που λέει για τα παραμύθια και για τα όνειρα, λέει για τα ταξίδια των παιδιών που πάνε καβάλα σε χρυσόψαρα να βρούνε τη «Ροδοπαπούδα» με το άσπρο φόρεμα και τ” ασημένια μαλλιά και με το Μεγάλο Δράκο που φυλάει στην πόρτα της. Τα σπαθιά και τα πιστόλια στο κίτρινο δωμάτιο δεν είναι πια άγρια πλάσματα, ξύπνησαν μονάχα γιατί ζήλεψαν, θέλουν κι αυτά να καβαλικέψουν τα χρυσόψαρα, να μην είναι κλεισμένα κ” έρημα. Ανοίγουν σιγανά την πόρτα της φυλακής τους, απλώνουνε τα χέρια και ξέρουν πως, κι αν δεν είναι χρυσόψαρο, ένα μικρό καλό δελφίνι θα περιμένει να τα πάρει. Κ” ενώ τα χρυσόψαρα αρχίζουν το ταξίδι, πλέοντας μες στον αγέρα, ακούγεται πίσω τους η φωνή των σπαθιών, πάνω στο δελφίνι, που ικετεύουνε:
«Περιμένετε να “ρθουμε! Περιμένετε να “ρθουμε κ” εμείς στη Ροδοπαπούδα!»
«Ελάτε!» τους λέει φιλικά το μικρό αγόρι απ” το χρυσόψαρο. «Ελάτε και σας περιμένουμε!»
Το άλλο πρωί η Ανθίππη με ρωτά:
— Ποιόν περίμενες χτες τη νύχτα;
— Εγώ περίμενα κανέναν;
— Μα ναι, κάποιον φώναζες στον ύπνο σου να “ρθει.
Δε θυμούμαι πια τίποτα και της λέω πως θα “ταν όνειρο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

Περιστατικά μιας πλημμύρας και του φοβερού ληστή που λεγόταν Λαζο-εφφές
Ο παππούς ήταν ένας μεγαλόσωμος άντρας, γεμάτος υγεία παρ” όλα τα εβδομήντα του χρόνια, κ” ήταν γενναία καρδιά. Όλη τη ζωή του την πέρασε στα Κιμιντένια, μια σκληρή ζωή, ίσαμε που ν” αναστηθεί το υποστατικό. Ωστόσο απ” τη δύσκολη εκείνη ζωή το μόνο σημάδι που έμεινε ήταν βαθιές χαρακιές στο πρόσωπο του, τίποτ” άλλο. Στα γαλανά μάτια του βασίλευε παιδική αγαθότητα, και στα χείλια του, άμα γελούσε,
έλαμπε η καλοσύνη του κόσμου. Σ” έναν πιστό κιαγιά είχε αναθέσει την κυβέρνηση του υποστατικού γι” αυτό μπορούσε όλη τη μέρα να είναι ντυμένος με τ” ακριβά τα ρούχα του από τσόχα, ραμμένα με την πιο αυστηρή παράδοση των Αϊβαλιωτών βρακάδων. Είχε μιαν απερίγραπτη ευαισθησία στο ντύσιμο του, και ποτές δε θυμούμαι να τον είδα αφρόντιστο όλα τα καλοκαίρια που ζούσαμε κ” εμείς στο κτήμα. Δεν ήξερε διόλου γράμματα, γι” αυτό τον βοηθούσε στους λογαριασμούς η πιστή του συντρόφισσα, η γιαγιά μου.

 

 

 

 

 

30-11-2016

Η απάντηση του αρχηγού των ινδιάνων στον πρόεδρο των ΗΠΑ (1855)

Το παρακάτω κείμενο αυτό αποτελεί την ιστορική απάντηση του αρχηγού των ινδιάνων Σκουάμις στον Πρόεδρο των ΗΠΑ που ζητά να αγοράσει τη γη της φυλής του.

Αν και γραμμένο το 1855, είναι σήμερα επίκαιρο όσο ποτέ. Η δυσαρμονία του ανθρώπου με τη φύση δεν ήταν ποτέ μεγαλύτερη όσο σήμερα. Η θυσία κάθε αξίας στο κέρδος δεν ήταν ποτέ πιο γενικευμένη. Η περιθωριοποίηση όλων των μη δυτικών τρόπων ζωής και σκέψης, που τόσα έδωσαν στην ανθρωπότητα, δεν ήταν ποτέ πιο αισθητή. Η απάντηση του ινδιάνου αρχηγού Seatle λέει τα αυτονόητα σε μια εποχή που έγινε κανόνας το παράλογο…

 

…προς τον πρόεδρο της ΗΠΑ Φραγκλίνο Πιρς:

Ο ουρανός που μας φαίνεται αιώνιος και αμετάβλητος, είχε πάντα ένα δάκρυ συμπόνιας

για το λαό μου τώρα όμως κάτι έχει αλλάξει.
Σήμερα ο ουρανός είναι καθαρός, αύριο ίσως σκεπαστεί με σύννεφα.
Τα λόγια μου όμως είναι σαν τα αστέρια που ποτέ δεν αλλάζουν.

Σ’ αυτά λοιπόν που θα πει ο Σιάτλ,μπορεί ο Μεγάλος Λευκός Αρχηγός της Ουάσινγκτον

να βασιστεί με σιγουριά.
Όπως βασίζεται στις εναλλαγές των εποχών.

Ο Μεγάλος Αρχηγός της Ουάσινγκτον μας στέλνει μήνυμα πως θέλει να αγοράσει
τη γη μας.
Καλοσύνη του, παρ’ όλο που ξέρουμε ότι δεν έχει ανάγκη τη φιλία μας.

Την πρότασή του πάντως θα τη σκεφτούμε καλά,γιατί ξέρουμε πως αν δε δεχτούμε,

ο λευκός θα θελήσει με τα όπλα ν’ αρπάξει τη γη μας.

Ρωτάω όμως :

Πώς μπορεί κανείς να πουλά ή να αγοράζει τον ουρανό
ή τη ζεστασιά της γης;

 

Η ιδέα μας φαίνεται περίεργη.
Επειδή ακριβώς δε μας ανήκουν ούτε η δροσιά του αέρα ούτε και η διαύγεια του νερού.
Πώς λοιπόν είναι δυνατόν να τα αγοράσετε;
Πάντως μην ανησυχείτε, θα πάρουμε την απόφασή μας.

Για το λαό μου… Καθετί πάνω σ’ αυτή τη γη είναι ιερό.

Κάθε λαμπερή πευκοβελόνα… Κάθε αμμουδερή ακρογιαλιά
Κάθε κομματάκι ομίχλης… Κάθε ξέφωτο στα σκοτεινά δάση
Στη μνήμη του λαού μου, κάθε βούισμα εντόμου, είναι ιερό.

 

Είμαστε κομμάτι της γης και αυτή πάλι ένα κομμάτι από μας.
Οι χυμοί που τρέχουν μέσα στα δέντρα μεταφέρουν τις μνήμες του ερυθρόδερμου ανθρώπου.
Τα ευωδιαστά λουλούδια είναι αδελφές μας.

Το ελάφι, το άλογο, ο μεγάλος αετός είναι τ’ αδέλφια μας.
Οι απότομες, ψηλές κορυφές, τα καταπράσινα λιβάδια, η ζεστασιά του αλόγου,

ο άνθρωπος, όλα ανήκουν στην ίδια οικογένεια.

Καταλαβαίνει λοιπόν τι μας ζητάει ο Μεγάλος Αρχηγός της Ουάσινγκτον
όταν μας παραγγέλνει ότι θέλει ν’ αγοράσει τη γη μας;

 

Γρήγορα θα κατακλύσετε όλη τη χώρα.
Ο Μεγάλος Αρχηγός μας παραγγέλνει ότι θα μας εξασφαλίσει ένα μέρος έτσι

που να μπορούμε να ζούμε άνετα μεταξύ μας.
Όπως ο πατέρας που αποφασίζει για τα παιδιά του.
Ξέρουμε όμως ότι ο λευκός δεν καταλαβαίνει τους τρόπους μας.

Ένα κομμάτι γης μοιάζει σ’ αυτόν μ’ ένα οποιοδήποτε άλλο κομμάτι γης,
γιατί είναι ένας ξένος που έρχεται μέσα στη νύχτα και παίρνει ό,τι έχει ανάγκη.

Η γη δεν είναι σύντροφός του αλλά εχθρός του.
Με την απληστία του θα την καταβροχθίσει
και δε θ’ αφήσει πίσω του τίποτα παρά μόνο έρημο.

Βρίσκουμε χαρά στα δάση…
Ίσως να μην το καταλαβαίνετε,
γιατί οι συνήθειές μας είναι διαφορετικές απ’ τις δικές σας.
Το πεντακάθαρο νερό που κυλά στα ρυάκια και στα ποτάμια
μεταφέρει στο διάβα του και το αίμα των προγόνων μας.
Το μουρμουρητό του είναι η φωνή τους.
Κάθε φευγαλέα αντανάκλαση του φωτός πάνω στο διάφανο νερό των λιμνών
εξιστορεί γεγονότα και παραδόσεις απ’ τη ζωή του λαού μας.

Τα ποτάμια είναι αδέρφια μας.
Σβήνουν τη δίψα μας, μεταφέρουν τα κανό μας και τρέφουν τα παιδιά μας.
Αν σας πουλήσουμε τη γη μας
μην ξεχάσετε να μάθετε και στα δικά σας παιδιά
πως τα ποτάμια είναι αδέρφια όλων μας.

Οι τρόποι μας είναι διαφορετικοί απ’ τους δικούς σας
Η όψη των πόλεών σας κάνει κακό στα μάτια του ερυθρόδερμου
Ο θόρυβος σας ταράζει τ’ αυτιά μας.
Αλλά αυτό μπορεί να συμβαίνει επειδή είμαι ένας άγριος και δεν καταλαβαίνω.
Όμως την αδικαιολόγητη απαίτηση σας ν’ αγοράσετε τη γη μας
θα τη σκεφτούμε προσεκτικά.

Αν δεχτούμε θα βάλω ένα όρο :
Ο λευκός άνθρωπος θα πρέπει να συμπεριφέρεται στα ζώα σα να ταν αδέρφια του.
Είμαι άγριος και δεν καταλαβαίνω γιατί ο λευκός αφήνει πίσω του Χιλιάδες Νεκρά Αγριοβούβαλα πυροβολώντας τα μόνο για το κέφι του μέσα από το σιδερένιο
άλογό του που καπνίζει,ενώ εμείς δε σκοτώνουμε παρά μόνο για να τραφούμε.

Τι είναι ο άνθρωπος χωρίς τα ζώα;
Αν εξαφανίζονταν όλα τα ζώα ο άνθρωπος θα πέθαινε
από μεγάλη πνευματική ερημιά.
Ό,τι συμβεί στα ζώα θα συμβεί σύντομα και στον άνθρωπο.

Ξέρουμε τουλάχιστον αυτό:
Η γη δεν ανήκει στον άνθρωπο. Ο άνθρωπος ανήκει στη γη.
Κι ακόμα πως εμείς δε δημιουργήσαμε τον ιστό της ζωής,
αλλά αποτελούμε μόνο μια ίνα μέσα σ’ αυτόν.
Αν προκαλέσουμε κάποια καταστροφή στον ιστό (της γης)
οι συνέπειες θα έρθουν και σε μας τους ίδιους.

Πρέπει να το πάρουμε απόφαση :
Η νύχτα και η μέρα δεν μπορούν να υπάρξουν μαζί την ίδια στιγμή.

Την αδικαιολόγητη απαίτηση του λευκού να αγοράσει τη γη μας θα τη σκεφτούμε καλά.
Όμως, ο λαός μου ρωτάει :
Τι θέλει να αγοράσει ο λευκός;

Γίνεται να αγοράσει κανείς τον ουρανό, η την γρηγοράδα της αντιλόπης;
Θα κάνετε λοιπόν τη γη ό,τι θέλετε επειδή ο ερυθρόδερμος θα υπογράψει

ένα κομμάτι χαρτί και θα το παραδώσει στο λευκό;
Τη στιγμή που δε μας ανήκει η δροσιά του αέρα και το άφρισμα του νερού…
γιατί επιμένετε να τ’ αγοράσετε;

Όλα μοιράζονται τον αέρα με την ίδια πνοή.
Τα ζώα, τα δέντρα, ο άνθρωπος μοιράζονται την ίδια ανάσα.
Ο αέρας που έδωσε στον παππού μας την πρώτη του αναπνοή
θα πάρει και τον τελευταίο του στεναγμό.

Ο λευκός δε φαίνεται να δίνει σημασία στον αέρα που αναπνέει.
Όπως ο άρρωστος που του έχει εξασθενίσει η όσφρηση.

Πουθενά στις πολιτείες του λευκού δεν υπάρχει μια ήσυχη ειρηνική γωνιά.
Δεν υπάρχει τόπος να σταθείς ν’ακούσεις το ξεπέταγμα των φύλλων την άνοιξη
ή το βουητό των εντόμων.

Αλλά τι μένει απ’ τη ζωή, αν ο άνθρωπος δεν μπορεί να αφουγκραστεί

το μοναχικό κάλεσμα του κοκκινολαίμη, ή τις συζητήσεις των βατράχων τη νύχτα

στη μικρή λίμνη;
Ίσως είμαι άγριος και δεν καταλαβαίνω.

Θα τη σκεφτούμε την πρότασή σας.
Δεν έχει σημασία που θα περάσουμε το υπόλοιπο της ζωής μας.
Τα παιδιά μας είδαν τους πατεράδες τους ταπεινωμένους.
Οι πολεμιστές μας ντροπιάστηκαν.
Μετά τις ήττες, περνούν τις ημέρες τους άσκοπα και δηλητηριάζουν τα κορμιά τους

με δυνατό ποτό.

Μετά από λίγους χειμώνες, μετά από λίγα φεγγάρια, κανένα παιδί των μεγάλων φυλών

δε θα μείνει για να πενθήσει ένα λαό,που κάποτε ήταν δυνατός και με πολλές ελπίδες,

όπως ο δικός μας σήμερα.

Τι να πενθήσω από τον αφανισμό του λαού μου;
Οι λαοί αποτελούνται από ανθρώπους και οι άνθρωποι έρχονται και φεύγουν όπως
τα κύματα της θάλασσας.

Ο καιρός της δικής σας παρακμής είναι ακόμα μακριά αλλά θα ρθει.
Κανείς δεν ξεφεύγει από το γραφτό του.
Μολύνετε το κρεββάτι σας και μια νύχτα θα πάθετε ασφυξία
από τα ίδια σας τα απορρίμματα.

Ο θεός σας προσφέρει κυριαρχία στα ζώα, τα δάση και στους ερυθρόδερμους
για κάποιον ιδιαίτερο λόγο.
Όμως αυτός ο λόγος είναι ένα αίνιγμα για μας.
Είναι κάτι που δεν καταλαβαίνουμε,
όταν όλα τα αγριοβούβαλα εξοντώνονται, τα άγρια άλογα δαμάζονται,
οι απόκρυφες γωνιές του δάσους μολύνονται από τους ανθρώπους
και η όψη των λόφων που είναι γεμάτη λουλούδια
γεμίζει από τα καλώδια του τηλεγράφου.

Που είναι η λόχμη; Εξαφανισμένη.

Που είναι ο αετός ; Εξαφανισμένος.
Αυτό είναι το τέλος της ζωής και η αρχή του θανάτου.

Όταν ο τελευταίος Ινδιάνος λείψει από τη γη, κι ο λευκός φέρνει στη μνήμη του το λαό μου σαν ένα θρύλο, οι ψυχές των νεκρών μας θα ταξιδεύουν σαν το σύννεφο πάνω στον κάμπο. Θα γεμίζουν τις ακρογιαλιές και θα φιλοξενούνται στα δάση που αγάπησαν όπως το μωρό που αγαπά τον χτύπο της μητρικής καρδιάς.

Ο λευκός δε θα ναι ποτέ μόνος σε αυτό τον τόπο.

Όλοι μοιράζονται τον αέρα με την ίδια πνοή.
Τα ζώα, τα δέντρα, ο άνθρωπος μοιράζονται την ίδια ανάσα.

Ας μεταχειριστεί λοιπόν το λαό μου με δικαιοσύνη και ειλικρίνεια
γιατί στους νεκρούς δεν λείπει η δύναμη.

Μίλησα για θάνατο;
Μα θάνατος δεν υπάρχει.

 

Μόνο η εναλλαγή των κόσμων.

                                   

1855 – Seatle Αρχηγός των ινδιάνων της φυλής Σκουάμις

 

Προσπάθησε να βρεις και να καταγράψεις τα επιχειρήματα του αρχηγού των ινδιάνων

29-11-2016

Η οικονομική ζωή

Με βάση όσα συζητήσαμε στο συγκεκριμένο μάθημα αλλά και στα προηγούμενα, παρατήρησε και σχολίασε τους δυο παρακάτω χάρτες.

Ο πρώτος απεικονίζει τους σημαντικότερους εμπορικούς δρόμους του 15ου αιώνα. 

Ο δεύτερος τους σημαντικότερους εμπορικούς δρόμους του 17ου αιώνα.

Προσπάθησε να συγκρίνεις τους δυο χάρτες. Τι παρατηρείς ;

 

Τι μεσολάβησε ανάμεσα στις δυο εποχές ;

Τι επιπτώσεις να είχαν άραγε αυτές οι αλλαγές για την Οθωμανική Αυτοκρατορία ;

 

28-11-2016

Ο ΜΑΓΝΗΤΗΣ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΖΕΤΑΙ

28-11-2016

ΠΟΛΕΜΟΙ ΚΑΙ ΕΞΕΓΕΡΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ

Παρακολούθησε το παρακάτω βίντεο

Το κίνημα του Λάμπρου Κατσώνη

Ο Λάμπρος Κατσώνης (1752-1804) ήταν Έλληνας αξιωματικός του Ρωσικού ΑυτοκρατορικούΣτρατού (ή Ναυτικού). Με την έναρξη του Ρωσοτουρκικού πολέμου, το 1787, πήγε στη Τεργέστη, όπου παρέλαβε από τους εκεί Έλληνες ομογενείς μερικά πλοία με τα οποία ξεκίνησε τις επιδρομές και τις επιθέσεις κατά των Τουρκικών στο Ιόνιο Πέλαγος.

Σταδιακά επεκτάθηκε και στο Αιγαίο, όπου  το 1788 νίκησε τον τουρκικό στόλο. Ωστόσο αργότερα η Τουρκία και η Ρωσία συμφιλιώθηκαν. Ο Κατσώνης διαμαρτυρήθηκε για την ρωσοτουρκική ειρήνη, κατηγορώντας τη ρωσική πολιτική, η οποία είχε αγνοήσει τους Έλληνες και τον αγώνα τους για ανεξαρτησία.

Συνέπεια αυτού ήταν η Μεγάλη Αικατερίνη, τσαρίνα της Ρωσίας, να του αφαιρέσει τον βαθμό και να του απαγορεύσει να κάνει χρήση της ρωσικής σημαίας. Μετά από πολλές μάχες και ναυμαχίες στο Αιγαίο, ο Κατσώνης και όσοι σύντροφοί του επέζησαν, κατέφυγαν τα Επτάνησα.

Το κίνημα του Λάμπρου Κατσώνη δεν ήταν η μόνη περίπτωση ένοπλης εξέγερσης ενάντια στο Σουλτάνο. Τα χρόνια πριν από την επανάσταση του 1821 δεν ήταν χρόνια ηρεμίας.

Στη διάρκεια των τεσσάρων αιώνων της οθωμανικής κυριαρχίας έγιναν πολλές εξεγέρσεις των υπόδουλων εναντίον των Οθωμανών.

Οι περισσότερες από τις εξεγέρσεις αυτές υποκινούνταν από τις ευρωπαϊκές δυνάμεις, οι οποίες, όταν βρίσκονταν σε πόλεμο με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, προσπαθούσαν να δημιουργήσουν αναταραχή στο εσωτερικό της, για να διασπάσουν τον τουρκικό στρατό και να τον αποδυναμώσουν.

Διονύσιος ο Φιλόσοφος

Α. Ξεχωριστή περίπτωση αμφισβήτησης του σουλτάνου υπήρξε ο μορφωμένος και προοδευτικός μητροπολίτης Λάρισας Διονύσιος ο Φιλόσοφος (ή σκυλόσοφος) , ο οποίος στις αρχές του 17ου αιώνα, ηγήθηκε τριών εξεγέρσεων εναντίον των Οθωμανών στην περιοχή της Θεσσαλίας και της Ηπείρου.

Η ήττα της τελευταίας εξέγερσης στα Γιάννενα σήμανε και το τραγικό τέλος του.

 

Β. Σε όλο το 16ο και το 17οαιώνα ο χώρος του αιγαίου πελάγους και η σημερινή νότια Ελλάδα ήταν η σκηνή αλλεπάλληλων συγκρούσεων μεταξύ Οθωμανών και Βενετών. Αυτές οι συγκρούσεις είχαν αποτελέσματα στη ζωή των ανθρώπων

.

Για παράδειγμα, η Πελοπόννησος πέρασε για τριάντα περίπου χρόνια στα χέρια των Βενετών.

Σημαντικότερο γεγονός ήταν η ναυμαχία της Ναυπάκτου το 1571 όπου ο ενωμένος ευρωπαϊκός στόλος διέλυσε τον οθωμανικό στόλο. 

 

Γ. Τον επόμενο αιώνα, τον 18ο, την κυριαρχία των Οθωμανών στο Αιγαίο αμφισβήτησαν οι Ρώσοι.

Για να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντα τους, ήθελαν να μπορούν να ελέγχουν τα βόρεια παράλια της Μαύρης Θάλασσας και να ταξιδεύουν ελεύθερα και να εμπορεύονται στη Μεσόγειο.

Για τους σκοπούς αυτούς έκαναν αλλεπάλληλους πολέμους με τους Οθωμανούς. Στους πολέμους αυτούς ήθελαν για συμμάχους τους χριστιανικούς λαούς της βαλκανικής χερσονήσου.

Πράγματι πολλές φορές χριστιανικοί πληθυσμοί βρέθηκαν στο πλάι των Ρώσων και εναντίον των Οθωμανών.

Το πιο σημαντικό από αυτά τα κινήματα ήταν τα Ορλωφικά. Πήραν το όνομά τους από τουςαδελφούς Ορλώφ που κατέφθασαν στην Πελοπόννησο το 1770, ως απεσταλμένοι του Τσάρου για να ξεσηκώσουν τους υπόδουλους Έλληνες.

Εκείνη την εποχή, Ρωσία και Τουρκία βρίσκονταν πάλι σε πόλεμο και υποκινούσαν τους υπόδουλους χριστιανούς να ξεσηκωθούν εναντίον του Σουλτάνου. Η εξέγερση των Ελλήνων, όπως και πολλών ορθόδοξων χριστιανικών λαών της Βαλκανικής (Σέρβοι, Βόσνιοι), απέτυχε. Ο εξεγερμένος ντόπιος πληθυσμός, ιδιαίτερα στην Πελοπόννησο, έγινε θύμα τρομερών διώξεων και εκδίκησης από τα οθωμανικά στρατεύματα. Οι σφαγές που ακολούθησαν χαράχτηκαν βαθιά στη λαϊκή μνήμη και έκαναν τους υπόδουλους διστακτικούς σε επαναστατικά κηρύγματα για πολλές δεκαετίες.

Με τη λήξη του Ρωσοτουρκικού πολέμου το 1774, ένα πολύ σημαντικό κέρδος για τους έλληνες ναυτικούς και εμπόρους ήταν η οικονομική ανάπτυξη που βοηθήθηκε πολύ από τη ρωσο – τουρκική συνθήκη (συμφωνία) του Κιουτσούκ Καϊναρτζή.

Για πολλά χρόνια οι Ρώσοι  αποτελούσαν μια δύναμη από την οποία περίμεναν βοήθεια οι χριστιανικοί λαοί.

 

 

26-11-2016

Οι Δυνάμεις του 10

Πώς θα φαινόταν ένα παρτέρι με κόκκινα τριαντάφυλλα αν αρχίζαμε να απομακρυνόμαστε από αυτό;

Τι θα βλέπαμε αν κάθε δευτερόλεπτο η απόστασή μας, σε μέτρα, από το παρτέρι αυξανόταν κατά μια δύναμη του 10;

Δηλαδή, το πρώτο δευτερόλεπτο θα είμαστε σε απόσταση 10 μέτρα, το δεύτερο 100 μέτρα, το τρίτο 1000 μέτρα κλπ.

ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΕΙΚΟΝΑ

 

 

Κάντε κλικ στην παρακάτω εικόνα για να κάνετε το ίδιο ταξίδι από τα φύλλα του κήπου προς το διάστημα !

 

 

 

26-11-2016

Παιχνίδια με τις δυνάμεις

Εξασκούμαι παίζοντας

Δοκίμασε τα παρακάτω παιχνίδια

 

ΤΑΙΡΙΑΞΕ ΤΑ ΣΩΣΤΑ (παιχνίδι με δυνάμεις)

ΜΠΕΙΖΜΠΟΛ ΔΥΝΑΜΕΩΝ (παιχνίδι με δυνάμεις)

ΑΓΩΝΕΣ ΤΑΧΥΤΗΤΑΣ (παιχνίδι με δυνάμεις)

26-11-2016

Μικροί ποιητές !!

Λίμερικ ποίηση

Λίμερικ ονομάζεται ένα είδος ποίησης, με χαρακτηριστική, σύντομη, χιουμοριστική σύσταση μίας στροφής πέντε στοίχων και ομοιοκαταληξία aabba. Τα ποιήματα του είδους λίμερικ διηγούνται μια σύντομη ιστορία, και καταλήγουν σε ένα ανέκδοτο.

Η ιστορία των λίμερικς ξεκινάει στην Αγγλία του 1820, αν και σύμφωνα με τον Θωμά Ακινάτη ήταν διαδεδομένα από τον μεσαίωνα. Υπάρχουν διάφορες εκδοχές για την προέλευση του ονόματος, το οποίο προέρχεται από

την ομώνυμη πόλη της Ιρλανδίας

το ιρλανδικό στρατιωτικό τραγούδι „Will you come up to Limerick“ (18ος αι.)

την συλλογή παιδικών τραγουδιών και λαχνισμάτων Mother Goose’s Melody του 1765.

Hickory, dickory, dock!
The mouse ran up the clock.

   The clock struck one –
   The mouse ran down.
Hickory, dickory, dock!

Ξακουστά είναι εκείνα του Έντουαρντ Λιρ (Edward Lear), που το 1864 δημοσίευσε μια ποιητική συλλογή με λίμερικ, με τον τίτλο The book of nonsense :
There was an Old Man with a nose,
Who said, “If you choose to suppose,
That my nose is too long,
You are certainly wrong!”
That remarkable Man with a nose.

 

 

Δείτε όλη την εικονογραφημένη συλλογή ποιημάτων «The book of nonsense»  ΕΔΩ

Στην Ελλάδα, πρώτος που αποπειράθηκε να γράψει λίμερικ είναι ο Γιώργος Σεφέρης.Το 1975 εξέδωσε μια συλλογή από λίμερικ, με τον τίτλο Ποιήματα με ζωγραφιές σε μικρά παιδιά.
Εδώ το πρώτο της συλλογής :
Ήταν μια κοπέλα από τη Σάμο
που έχωσε το δεξί της στην άμμο
και με τ” άλλο χέρι
εκρατούσε ένα αστέρι
ετούτη η κοπέλα απ” τη Σάμο.

Τα λίμερικ ομοιοκαταληκτούν συνήθως αα-ββ-α.

Ο πρώτος στίχος περιέχει την παρουσίαση του πρωταγωνιστή

Στον δεύτερο αποκαλύπτεται η ιδιότητά του.

Στον τρίτο και τέταρτο έχουμε την πραγματοποίηση κάποιας ενέργειας.

Ο πέμπτος στίχος είναι αφιερωμένος στην εμφάνιση ενός τελικού επιθέτου ή παραλόγου.

 

Δοκιμάζουμε να γράψουμε κι εμείς λίμερικ :

 

Ο μικρός ο παπαγάλος
που ήτανε ο ράμφος του μεγάλος
μέσα στο κλουβί το σιδερένιο
κοίταγε το καμπαναριό το ασημένιο
Ο πολύχρωμος ο παπαγάλος.
 
Χθες έφαγα μια πίτα κεράσι
που ένας φούρναρης με είχε κεράσει
αυτή η πίτα ήταν χαλασμένη
πήγα στο γιατρό που στη Σεβαστουπόλεως μένει
Αχ, αυτή η χαλασμένη πίτα κεράσι !
 
Το μικρό μου το σκυλάκι
όμορφο σαν λουλουδάκι
κάθε μέρα όλη μέρα με παιχνίδια ασχολιόταν
κάθε νύχτα όλη νύχτα μες το σπίτι του κοιμόταν
το γλυκούλι το σκυλάκι.
 
Είχα την κόρη μου την Άννη
που έγινε σαν το τρυπάνι
και της έδωσαν μολύβι
σαν την πορτοκαλάδα ΗΒΗ
την καημένη την Άννη !

 

 Ήταν ένα αγόρι απ” την Ελλάδα
κι έφαγε μια φασολάδα
και σαν είπε την αλήθεια
έφαγε και τα ρεβύθια
κι όταν τα “φαγε όλα αυτά έπαθε τρομερή τρομερή ζαλάδα


Ήταν ένας μικρός σκατζοχοίρος
που ντυνότανε προχείρως
του ’ρθε μια ιδέα
να πάει στην Ιτέα
ο φανταστικότερος σκατζοχοίρος.
 
Ήταν ένα μικρό άλογο βαρεμένο
που ψήλωσε και έγινε μεθυσμένο
έγινε χοντρό
κι έπεσε ξερό
αυτό το άλογο το μεθυσμένο.
 
Μια μέρα έπαιζα ποδόσφαιρο
αλλά τελικά έπαιζα κακόσφαιρο
έβαλα ένα γκολ
και είπα καταλάθος «μπολ» !
Αχ, τι ωραίο ποδόσφαιρο !
 
Ήταν ένας γέρος
που δεν ήξερε το μέρος
Ρώτησε μια γάτα
και του ‘πε «φάε τη σαλάτα»
πάει ο άσχημος ο γέρος.
 
Ήτανε ένα αγόρι από το Λονδίνο
και ταξίδια πολλά έκανε στο Πεκίνο
τον φωνάζανε μικρούλη
επειδή ήτανε γκυκούλι
Αχ αυτό το περίεργο αγόρι από το Λονδίνο.
 
Ήτανε μια γόμα
που είχε ωραίο χρώμα
μια μέρα είπε στο χαρτί
γιατί δε μου σβήνεις το «τι» ;
Αυτή η πολύχρωμη γόμα.
 
Στη γιορτή μου τη μεγάλη
που ήταν στην Εκάλη
η γάτα μου έσπασε ένα βάζο
και τώρα άλλο στη θέση του βάζω
για τη γιορτή μου τη μεγάλη
 
Ήταν ένας σκύλος
που τριγυρνούσε σαν ψύλλος
με κόκκινα γυαλιά
όλοι τον υποδέχονταν σαν βασιλιά
ετούτος ο τυχερός σκύλος.
 
Ήταν ένας ποντικός
που ήταν όλων ο αρχηγός
και τον καμάρωναν μα τα ‘κανε σαλάτα
γιατί έσπασε τα ιερά τα πιάτα
κι έφυγε σαν αετός.
 
Ήταν ένας μεθυσμένος
που παραπατούσε ζαλισμένος
πήγε στο δρομάκι
και πάτησε ένα γατάκι
ο γέρο – μεθυσμένος.
 
Έτρωγα μαλλί της γριάς
και με ρωτούσε ένας μαλλιάς :
«Πάμε να παίξουμε ποδοσφαιράκι;
Έλα μην κάνεις σαν κοριτσάκι.
Όλο με νικάς, μάλλον σου δίνει τύχη το μαλλί της γριάς».

 

23-11-2016

Ο ΜΑΓΝΗΤΗΣ

23-11-2016

Νεοελληνικός Διαφωτισμός

Διάβασε το παρακάτω κείμενο :

 

“ Ο δούλος αδέλφια μου, δε γίνεται ποτέ ελεύθερος, αν δε γνωρίσει τι είναι η ελευθερία και όποιος αγνοεί τι είναι η ελευθερία αγνοεί το είναι του. Ο δούλος, πιστέψτε με αδέλφια, ποτέ δε σκέφτεται ότι είναι όμοιος με τον κύριο του, αλλά είναι σχεδόν βέβαιος ότι αυτός πρέπει να είναι δούλος και εκείνος κύριος. Άλλα πόσες φορές πρέπει να πω ότι η Ελευθερία είναι πιο αναγκαία και από την ίδια τη ζωή για τον άνθρωπο.

Αυτή τιμά την ανθρωπότητα.”

“ Δε σκεπάζει ο πλούσιος τις ανομίες του με το χρυσό; Δε χάνει ο πτωχός τα δίκαιά του εξαιτίας της έλλειψης του χρυσού; Γιατί ο ένας να ονομάζεται δούλος και ο άλλος κύριος; Γιατί ο πλούσιος να τρώει, να πίνει, να κοιμάται, να ξαφαντώνει, να μην κοπιάζει και να ορίζει, και ο πτωχός να είναι υποταγμένος, να δουλεύει πάντοτε, να κοιμάται καταγής, να διψά και να πεινά;”

 

Ποια βασική ιδέα προβάλλει αυτό το κείμενο ;

Τι πρέπει να συμβεί σε ένα δούλο για να επιθυμήσει να είναι ελεύθερος;

Από πού να εμπνεύστηκε ο συγγραφέας του ;

Ποιος να έγραψε άραγε αυτό το κείμενο ;

 

Η Ελληνική Νομαρχία εκδόθηκε το 1806 ανώνυμα στην Ιταλία και ο συγγραφέας του βιβλίου παραμένει ακόμη άγνωστος. Είναι ένα βιβλίο αφιερωμένο στη μνήμη του Ρήγα Φερραίου, διαποτισμένο από τις ιδέες του Διαφωτισμού και γραμμένο με έντονο πάθος. Ο ανώνυμος Έλληνας εκδηλώνει την ελληνολατρία του με συχνές αναφορές στους αρχαίους και επιτίθεται εναντίον όλων εκείνων, που, ταυτίζοντας τα συμφέροντα τους με αυτά των Οθωμανών, φέρονται στους φτωχούς ραγιάδες με μεγάλη σκληρότητα, ενώ είναι δουλοπρεπείς προς την οθωμανική εξουσία.

Ταυτόχρονα ο ανώνυμος καλεί τους Έλληνες της διασποράς να επιστρέψουν στην πατρίδα και να βοηθήσουν το λαό με τις γνώσεις και τις ικανότητες που απέκτησαν στην ξενιτιά. Σκοπός του είναι να αφυπνίσει τους υπόδουλους Έλληνες, ώστε να ξεσηκωθούν και να απελευθερωθούν από τον τουρκικό ζυγό, αλλά και από κάθε άλλο ζυγό που πιέζει τον άνθρωπο (αμάθεια, προλήψεις, κοινωνικές αδικίες ). Η Ελληνική Νομαρχία αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα έργα του Νεοελληνικού Διαφωτισμού.

 

Κατά τον 18ο και στις αρχές του 19ουαιώνα οι ιδέες και τα κηρύγματα του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού κυριαρχούσαν στη Δυτική Ευρώπη. Οι νέες φιλελεύθερες και ριζοσπαστικές ιδέες έφτασαν γρήγορα και στους Έλληνες υπόδουλους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δυναμώνοντας την επαναστατική τους διάθεση. Η πνευματική αυτή δραστηριότητα ονομάστηκε Νεοελληνικός Διαφωτισμός.

 

Ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός είναι ιδεολογικό και πνευματικό ρεύμα που επιχείρησε να μεταφέρει τις ιδέες και τις αξίες του ευρωπαϊκού διαφωτισμού, στην πνευματική ζωή του ελληνισμού.

Αδαμάντιος Κοραής

Ο Αδαμάντιος Κοραής γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1748. Ο πατέρας του ήταν Χιώτης έμπορος και δημογέροντας. Πολλοί από την οικογένεια του ήταν άνθρωποι των γραμμάτων. Ο Κοραής σπούδασε στη Σμύρνη (ελληνικά, εβραϊκά, λατινικά), την Ολλανδία (αρχαία ελληνική γραμματεία, θετικές επιστήμες και ξένες γλώσσες) και τη Γαλλία (ιατρική). Οι προσπάθειες του να γίνει έμπορος απέτυχαν. Ποτέ δεν άσκησε την ιατρική. Κέρδιζε τη ζωή του από τις μεταφράσεις και τις αντιγραφές που έκανε για τρίτους. Από το 1782 και ως το θάνατο του στα 1833 έζησε στη Γαλλία. Ο Κοραής πίστευε ότι η διάδοση της ελληνικής παιδείας προετοίμαζε τους Έλληνες για την απελευθέρωση και τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου και δημοκρατικού κράτους. Έγραψε, μετέφρασε και εξέδωσε βιβλία για να προετοιμάσει πνευματικά μια τέτοια επανάσταση. Όταν ξέσπασε η επανάσταση, ενθουσιάστηκε, αλλά πίστευε ότι ήταν πρόωρη. Πίστευε δηλαδή ότι ο ελληνικός λαός δεν ήταν ακόμη αρκετά μορφωμένος και προετοιμασμένος για να φτιάξει ένα δημοκρατικό κράτος.  Ο Κοραής είναι ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του νεοελληνικού διαφωτισμού, πρωτοπόρος στην έκδοση έργων αρχαίας ελληνικής γραμματείας και υποστηρικτής της καθαρεύσουσας.

Αδαμάντιος Κοραής- Ρήγας Φεραίος. Το γλωσσικό ζήτημα