16-01-2017

Φως και χρώματα

Φως και χρώματα (θεωρία)

 

Παρουσίαση:Φως και χρώματα

 

Προσομοίωση: Έγχρωμη όραση

Πρίσματα και ανάλυση του φωτός

 

 

16-01-2017

παρουσίαση : η Φιλική Εταιρεία

Η Φιλική Εταιρεία

 

Αρκετοί άνθρωποι στις αρχές του 19ου αιώνα είχαν επηρεαστεί από τις ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης. Πίστευαν ότι ανήκαν στο ελληνικό Έθνος και όχι στο ρουμ μιλέτ. Ένιωθαν δηλαδή ότι ξεχωρίζουν από τους υπόλοιπους όχι μόνο για τη θρησκεία τους, αλλά και για τη γλώσσα τους και την καταγωγή τους από τους αρχαίους Έλληνες.

 

Το 1814 στην Οδησσό της Νότιας Ρωσίας, τρεις Έλληνες έμποροι με αυτές τις ιδέες, αποφάσισαν να ιδρύσουν μια μυστική (συνωμοτική) οργάνωση. Με την οργάνωση αυτή ήθελαν να προετοιμάσουν την ελληνική επανάσταση εναντίον της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Την ονόμασαν Φιλική Εταιρεία. Ιδρυτές ήταν οι: Εμμανουήλ Ξάνθος, Αθανάσιος Τσακάλωφ και Νικόλας Σκουφάς. Στα τέσσερα πρώτα χρόνια, ως το 1818, η Φιλική Εταιρεία δεν είχε μεγάλη επιτυχία. Δύσκολα γινόταν κανείς μέλος της. Λέγεται ότι ως τότε είχε μόνο 30 μέλη. Το 1818 η έδρα της Φιλικής Εταιρείας μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη και η ηγεσία της (Αρχή) μεγάλωσε. Σ’ αυτήν μπήκαν σημαντικοί Φαναριώτες (π.χ. Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος). Ένας από αυτούς, ο αξιωματικός του ρωσικού στρατού Αλέξανδρος Υψηλάντης, έγινε αρχηγός της Εταιρείας το 1820. Την ίδια περίοδο η Φιλική Εταιρεία άρχισε να επεξεργάζεται με περισσότερες λεπτομέρειες το σχέδιο της για την Επανάσταση.

Η Φιλική Εταιρεία προσπάθησε με επιτυχία να πολλαπλασιάσει τα μέλη της Η προσπάθεια αυτή είχε σημαντικά αποτελέσματα, αλλά άνισα. Αλλού πήγε πολύ καλά και αλλού λιγότερο καλά. Ιδιαίτερη επιτυχία γνώρισε στην Πελοπόννησο. Στην επιτυχία αυτή πρέπει να βοήθησε σημαντικά και η οικονομική κρίση που είχε τότε ξεσπάσει.

 

Τα πρώτα βήματα της Φιλικής Εταιρεία ς συνέπεσαν με την ήτα του Ναπολέοντα (1815) και την ίδρυση της Ιερής Συμμαχίας. Στη συμμαχία αυτή συμμετείχαν αρχικά η Ρωσία, η Αυστρία και η Πρωσία ενώ λίγο αργότερα προστέθηκαν η Αγγλία και η Γαλλία (Μεγάλες δυνάμεις) . Κύριος στόχος τους ήταν αποκλείσουν την δυνατότητα οργάνωσης επαναστάσεων και να περιορίσουν το ρεύμα των ιδεών της Γαλλικής επανάστασης που έβαζε σε κίνδυνο τα μοναρχικά καθεστώτα αυτών των χωρών. Το διεθνές περιβάλλον μέσα στο οποίο έπρεπε να κινηθεί η Φιλική Εταιρεία για να προετοιμάσει την Ελληνική Επανάσταση ήταν Ιδιαίτερα εχθρικό, αφού κάθε υποψία επαναστατικής κίνησης καταδικαζόταν ως επικίνδυνη για τα συμφέροντα των Μεγάλων δυνάμεων .

 ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

Ερωτήσεις κατανόησης

 

1.Πότε , πού και από ποιους ιδρύθηκε η Φιλική Εταιρεία; Ποιος ήταν ο σκοπός της

2.Πού έγιναν οι πρώτες εγγραφές μελών ; Πώς γινόταν η μύηση των Φιλικών;

3. Πού στηριζόταν η προσπάθεια των Φιλικών; Τι άφηναν  να εννοηθεί;

4.Πότε και πού μεταφέρθηκε η έδρα της Φιλικής Εταιρείας; Ποια γνωστά ονόματα της Επανάστασης του ΄21 έγιναν μέλη της;

5.Σε ποιον πρότειναν τα μέλη της Φιλικής Εταιρεία να τεθεί επικεφαλής και αρνήθηκε ; Ποιος έγινε τελικά αρχηγός της;

6.Ποιο ήταν το σχέδιο της Φιλικής Εταιρείας για το ξεκίνημα της Επανάστασης;

 7.Βάλε τα ονόματα των ιδρυτών της Φιλικής Εταιρείας.

 

 

……………………………………………              ………………………………..             …………………………………….

8. Γράψε για την Ιερά Συμμαχία. Ποιοι την ίδρυσαν και ποιος ήταν ο σκοπός της;

08-01-2017

Καλή χρονιά!

 

Ευτυχισμένο το 2017 !

 

 

08-01-2017

ΔΙΑΘΛΑΣΗ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ

ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΨΑΡΙ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΣΕ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΘΕΣΗ 

ΚΑΝΕ ΚΛΙΚ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΜΑΘΗΜΑΤΟΣ

 

 

ΚΑΝΕ ΚΛΙΚ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΕΙΚΟΝΑ ΓΙΑ ΝΑ ΠΑΙΞΕΙΣ ΜΕ ΜΙΑ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΗ ΠΡΟΣΟΜΟΙΩΣΗ

 

 

 

 

17-12-2016

ΥΠΗΡΕΤΡΑ (του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη)

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (Σκιάθος 4 Μαρτίου 1851Σκιάθος 3 Ιανουαρίου 1911), «η κορυφή των κορυφών» κατά τον Κ. Π. Καβάφη, είναι ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες λογοτέχνες, γνωστός και ως «ο άγιος των ελληνικών γραμμάτων».

Διαβάστε πληροφορίες για τον Παπαδιαμάντη εδώ και  εδώ

Διαβάστε διηγήματα του Παπαδιαμάντη εδώ

Διαβάστε το διήγημα «Το χριστόψωμο»

 

 

 

 

 

Το διήγημα, μετά από συζήτηση και επεξεργασία
χωρίστηκε σε σκηνές και εικονογραφήθηκε από τα
παιδιά της Στ΄ τάξης :

ΥΠΗΡΕΤΡΑ

 

ΔΙΗΓΗΜΑ ΕΠΙ Τῌ ΕΟΡΤῌ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

Τὴν ἑσπέραν τῆς παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων τοῦ ἔτους… ἡ δεκαοκταέτις κόρη τὸ Οὐρανιὼ τὸ Διόμικο, μελαγχροινὴ νοστιμούλα, ἐκλείσθη εἰς τὴν οἰκίαν της ἐνωρίς, διότι ἦτο μόνη.

 

Ὁ πατήρ της, ὁ ἀτυχὴς μπαρμπα-Διόμας, ἀρχαῖος ἐμποροπλοίαρχος πτωχεύσας, ὅστις κατήντησε νὰ γίνῃ πορθμεὺς εἰς τὸ γῆράς του, εἶχεν ἐπιβῆ τῆς λέμβου του περὶ μεσημβρίαν, ὅπως πλεύσῃ εἰς τὴν νῆσον Τσουγκριᾶν, τρία μίλια ἀπέχουσαν, καὶ διαπορθμεύσῃ ἐκεῖθεν εἰς τὴν πολίχνην ἑορτασίμους τινὰς προμηθείας. Ὑπεσχέθη ὅτι θὰ ἐπανήρχετο πρὸς ἑσπέραν, ἀλλ᾽ ἐνύκτωσε καὶ ἀκόμη δὲν ἐφάνη.

Ἡ νέα ἦτο ὀρφανὴ ἐκ μητρός. Ἡ μόνη πρὸς μητρὸς θεία της, ἥτις τῆς ἐκράτει ἄλλοτε συντροφίαν, διότι αἱ οἰκίαι των ἐχωρίζοντο δι᾽ ἑνὸς τοίχου, ἐμάλωσε καὶ αὐτὴ μαζί της διὰ δύο στρέμματα ἀγροῦ, καὶ δὲν ὡμιλοῦντο πλέον. Ἡ νεᾶνις ἐκάθισε πλησίον τοῦ πυρός, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀνάψει εἰς τὴν ἑστίαν περιμένουσα τὸν πατέρα της, καὶ ἐκράτει τὸ οὖς τεταμένον εἰς πάντα θόρυβον, εἰς τὰ φαιδρὰ ᾄσματα τῶν παίδων τῆς ὁδοῦ, ἀνυπόμονος καὶ ἀνησυχοῦσα πότε ὁ πατήρ της νὰ ἔλθῃ.

Αἱ ὧραι παρήρχοντο καὶ ὁ πτωχὸς γέρων δὲν ἐφαίνετο.  Τὸ Οὐρανιὼ εἶχεν ἀπόφασιν νὰ μὴ κατακλιθῇ, ἀλλ᾽ ἔμεινεν οὕτως ἡμίκλιντος πλησίον τῆς ἑστίας.

Παρῆλθε τὸ μεσονύκτιον καὶ ἤρχισαν ν᾽ ἀντηχῶσιν οἱ κώδωνες τῶν ναῶν, καλοῦντες τοὺς χριστιανοὺς εἰς τὴν εὐφρόσυνον τῆς ἑορτῆς ἀκολουθίαν.

Ἡ καρδία τῆς νέας ἐκόπηκε μέσα της.

―  Πέρασαν τὰ μεσάνυχτα, εἶπε, κι ὁ πατέρας μου!…

 

Συγχρόνως τότε ἤκουσε θόρυβον καὶ φωνὰς ἔξωθεν. Ἡ γειτονιὰ εἶχεν ἐξυπνήσει, καὶ ὅλοι ἡτοιμάζοντο διὰ τὴν ἐκκλησίαν.

Ἡ δύστηνος Οὐρανιὼ δὲν ἀντέσχεν, ἀλλ᾽ ἔλαβε τὴν τόλμην νὰ ἐξέλθῃ εἰς τὸν σκεπαστὸν καὶ περίφρακτον ὑπὸ σανίδων ἐξώστην τῆς οἰκίας, ὅπου κρυπτομένη εἰς τὸ σκότος προέβαλε διὰ τῆς θυρίδος τὴν κεφαλήν.

Μία γειτόνισσα λάλος καὶ φωνασκὸς εἶχεν ἐγερθῆ πρώτη, καὶ ἀφύπνιζε διὰ τῶν κραυγῶν της τοὺς γείτονας ὅλους, ὅσων ὁ ὕπνος ἀνθίστατο εἰς τῶν κωδώνων τὸν κρότον, προσπαθοῦσα νὰ ἐξυπνίσῃ τὸν ἄνδρα καὶ τὰ παιδία της. Ὁ σύζυγός της, Νταραδῆμος, εἶχεν ἀνάγκην μοχλοῦ διὰ νὰ σταθῇ εἰς τοὺς πόδας του.

Ἡ θύρα τῆς οἰκίας των ἦτο ἀντικρὺ τῆς τοῦ μπαρμπα-Διόμα. Τὸ Οὐρανιὼ ἔβλεπε καθαρῶς ἀπέναντί της τὴν γυναῖκα ἐκείνην, κρατοῦσαν φανόν, φωτίζουσαν οἰκτιρμόνως τὰ σκότη τῆς ὁδοῦ διὰ τοὺς διαβάτας καὶ τοὺς γείτονας. Διότι τὸ σκότος ἦτο βαθύ, καὶ ἐλαφρὸς ἄνεμος ἔπνεεν, ὅσος ἤρκει διὰ νὰ μεταφέρῃ ἐκ τῶν χιονοσκεπῶν βουνῶν τὸ ψῦχος καὶ τὸν παγετὸν εἰς τὰς φλέβας τῶν ἀνθρώπων.

Κατ᾽ ἐκείνην τὴν στιγμὴν διῆλθεν ἄνθρωπός τις, ὃν ἰδοῦσα καὶ ἀναγνωρίσασα ἡ Οὐρανιὼ δὲν ἠδυνήθη νὰ μὴ μειδιάσῃ.

―  Πῶς! κι ὁ Ἀργυράκης πάει στὴν ἐκκλησιά;… ἐψιθύρισεν.

Ὁ Ἀργυράκης τῆς Γαροφαλιᾶς, ὅστις εἶχε τὸ προνόμιον νὰ προσωνυμῆται ἀπὸ τοῦ ὀνόματος τῆς συζύγου του, εἶχεν εἰπεῖ ἄλλοτε καὶ τὸ λόγιον ἔμεινε παροιμιῶδες «ὅποτε πάω στὴν ἐκκλησιὰ βάια μοιράζουνε».

 

 

Ἀλλὰ τὴν φορὰν ταύτην τὸν ἐξύπνισε βιαίως ἡ Γαροφαλιὰ καὶ τῷ ἐπέταξε νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν ἐκκλησίαν, διότι εἶδε κακὸν ὄνειρον, εἶπεν. Ἐφοβεῖτο μήπως οἱ γύφτισσες (ὑπῆρχον ἀντικρὺ τοῦ οἰκίσκου των πέντε ἢ ἓξ καλύβαι γύφτων νεοφωτίστων), ἔκαμαν μαγείας ἐναντίον της. Καὶ ἂν αὐτὴ ἐπάθαινε τίποτε, Θεὸς νὰ φυλάῃ! ποία ἄλλη θὰ ἐκόλλα τὸν φοῦρνον, οἱ μέρες ποὺ ἔρχονται, «τώρα τὸν Ἁι-Βασίλη» κτλ., εἰς ὅλην τὴν γειτονιά; Ὅλον δὲ τὸ ἄτομόν της ἐνθύμιζε τὴν μητέρα ἐκείνην τῶν Σαράντα Δράκων τοῦ παραμυθιοῦ, ἥτις ἐφούρνιζε μὲ τὰς παλάμας καὶ ἐπάνιζε μὲ τοὺς μαστούς.

 

Ὁ εὐπειθὴς Ἀργυράκης, ὅστις μόλις ἔφθανε μέχρι τῶν ὤμων τοῦ ἀναστήματός της, ἠγέρθη, ἐφόρεσεν εἰς τὴν κεφαλήν του τὸν γιοργούλη* του, ἐζώσθη τὸ κόκκινον ζωνάρι του, τρεῖς σπιθαμὰς πλατύ, ὑπέδησεν εἰς τοὺς πόδας τὰ πέδιλά του, καὶ ἐξῆλθεν εἰς τὴν ὁδόν.

 

 

Ταυτοχρόνως εἶχεν ἐξέλθει καὶ ὁ Νταραδῆμος, ὅστις ἔπιασεν ὁμιλίαν μὲ τὸν Ἀργυράκη τῆς Γαροφαλιᾶς.

―  Τώρα μ᾽ ἀρέσεις, γείτονα, τῷ λέγει… μὴν εἶσαι ἀλιβάνιστος, διότι εἶναι κατὰ τὰ σκοίνια (καταισχύνη). Τὸ φεγγάρι δὲν εἶναι τώρα παν᾽ τς Ἕλληνες (πανσέληνος) νὰ φοβᾶσαι τὸν ἴσκιο σου τὴν νύχτα…

Τοιαῦτα ἑλληνικὰ ὡμίλει ὁ Νταραδῆμος.

―  Τί νὰ κάμουμε, νὰ σ᾽ ὁρίσω*, γείτονα; ἀπήντησε ταπεινοφρόνως ὁ Ἀργυράκης.

Καὶ ὁ Νταραδῆμος κατέβη εἰς τὴν ὁδόν, προηγουμένης τῆς συζύγου του, κρατούσης πάντοτε τὸν φανόν.

―  Δὲν ξέρουμε, νὰ ἦλθε τάχα ὁ γείτονας; εἶπε τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἡ σύζυγος τοῦ Νταραδήμου καὶ ρίπτουσα ἐκφραστικὸν βλέμμα πρὸς τὴν οἰκίαν τοῦ μπαρμπα-Διόμα.

―  Σωπᾶτε, εἶπε, φέρων τὸν δάκτυλον εἰς τὸ στόμα ὁ Ἀργυράκης, εἶπαν πὼς βούλιαξε…

―  Τί; εἶπεν ἡ σύζυγος τοῦ Νταραδήμου.

 

 

Ὁ Ἀργυράκης ἡτοιμάζετο νὰ διηγηθῇ πῶς καὶ ποῦ τὰ ἤκουσεν, ἀλλὰ τὴν αὐτὴν στιγμὴν γοερὰ καὶ σπαρακτικὴ κραυγὴ ἠκούσθη ἀπὸ τῆς σιγηλῆς οἰκίας, πρὸς ἣν ἔβλεπον οἱ τρεῖς ὁμιληταί.

Ἀπὸ τοῦ σκεπαστοῦ καὶ περιφράκτου ἐξώστου, ἡ δυστυχὴς τὸ Οὐρανιώ, εἶχεν ἀκούσει τὴν λέξιν τοῦ Ἀργυράκη, καὶ ἀφῆκε τὴν κραυγὴν ἐκείνην.

 

Ἡ ἄστοργος θεία, ἥτις ἀπὸ ἔτους καὶ πλέον δὲν εἶχε καλημερίσει τὴν ἀνεψιάν της, ἤκουσε τὴν γοερὰν κραυγήν, καὶ λησμονήσασα τότε τὰ τρία στρέμματα τοῦ ἀγροῦ, ἔτρεξε πρὸς βοήθειαν τῆς περιαλγοῦς κόρης.

*  *  *

Περὶ τὴν μεσημβρίαν τῆς αὐτῆς ἡμέρας, ὁ ἀτυχὴς μπαρμπα-Διόμας εἶχε φορέσει μέχρι τῶν ὤτων καταβαῖνον ὄρθιον τὸ παμπάλαιον φέσι του, εἶχεν ἐνδυθῆ τὴν τσάκαν* του καὶ τὸ ἀμπαδίτικο βρακί του, καὶ καταβὰς εἰς τὸν αἰγιαλόν, ἔλυσε τὴν μικράν, ἐλαφροτάτην καὶ ὑπόσαθρον λέμβον, καὶ λαβὼν τὰς κώπας ἤλαυνε πρὸς τὴν μεσημβρινώτερον κειμένην μικρὰν νῆσον Τσουγκριᾶν.

 

 

Μόνη ἔμεινεν ἡ Οὐρανιὼ εἰς τὴν οἰκίαν, καὶ μόνος ὁ μπαρμπα-Διόμας ἐπέβαινε τῆς λέμβου του, ναύτης ὁ αὐτὸς καὶ κυβερνήτης καὶ πρῳρεύς.

Ναυτίλος ἀπὸ τῆς δωδεκαετοῦς ἡλικίας του, ὁ μπαρμπα-Διόμας, ἀπέκτησεν ἀμοιβαδὸν σκοῦνες, γολέτες καὶ βρίκια, ὕστερον ὑπεβιβάσθη εἰς βρατσέραν, καὶ τέλος ἔμεινε κύριος τῆς μικρᾶς ταύτης λέμβου, δι᾽ ἧς ἐξετέλει βραχείας ἁλιευτικὰς ἢ πορθμευτικὰς ἐκδρομάς. Τὰ περισσεύματα τῶν κόπων του τὰ ἔφαγαν ἄλλοι πάλιν φίλοι, ἀτυχήσαντες καὶ αὐτοὶ εἰς τὰς θαλασσίους ἐπιχειρήσεις των. Εἰς τὸ γῆράς του δὲν τῷ ἔμεινε ἄλλο τι, εἰμὴ σιδηρᾶ ὑγεία, δι᾽ ἧς ἠδύνατο ἀκόμη ν᾽ ἀντέχῃ εἰς τοὺς θαλασσίους κόπους, χάριν τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου ἐργαζόμενος.

Ἐνίοτε, ἐλλείψει ὁμιλητοῦ, διηγεῖτο τὰ παράπονά του εἰς τοὺς ἀνέμους καὶ εἰς τὰ κύματα:

―  Πῆγα δὰ καὶ στὴν Ἀθήνα, σ᾽ ἐκεῖνο τὸ Ἱππομαχικό*, καὶ μὄδωκαν, λέει, δύο σφάκελα*, νὰ τὰ πάω στὸ Σοκομεῖο, νὰ παρουσιασθῶ στὴν Πιτροπή· πῆγα καὶ στὴν Πιτροπή, ὁ ἕνας ὁ γιατρὸς μὲ ηὗρε γερό, ἄλλος σακάτη, κι αὐτοὶ δὲν ἤξευραν… ὕστερα γύρισα στὸ ὑπουργεῖο καὶ μοῦ εἶπαν, «σύρε στὸ σπίτι σου, κ᾽ ἐμεῖς θὰ σοῦ στείλωμε τὴ σύνταξή σου». Σηκώνομαι, φεύγω, ἔρχομαι δῶ, περιμένω, περνάει ἕνας μήνας, ἔρχονται τὰ χαρτιὰ στὸ λιμεναρχεῖο, νὰ πάω, λέει, πίσω στὴν Ἀθήνα, ἔχουν ἀνάγκη νὰ μὲ ξαναϊδοῦν. Σηκώνω τριάντα δραχμὲς ἀπὸ ἕνα γείτονα, γιατὶ δὲν εἶχα νὰ πάρω τὸ σωτήριο γιὰ τὸ βαπόρι, γυρίζω πίσω στὴν Ἀθήνα χειμῶνα καιρό, δέκα μέρες μὲ παίδευαν νὰ μὲ στέλνουν ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖο στὸ Ἱππομαχικό, κι ἀπ᾽ τὸ Ἱππομαχικὸ στὸ Σοκομεῖο, ὕστερα μοῦ λένε «πάαινε, καὶ θὰ βγῇ ἡ ἀπόφαση». Σηκώνομαι, φεύγω, γυρίζω στὸ σπίτι μου, καρτερῶ… εἶδες ἐσὺ σύνταξη; (ἀπηυθύνετο πρὸς ὑποτιθέμενον ἀκροατήν), ἄλλο τόσο κ᾽ ἐγώ. Ἐπῆρα κ᾽ ἐγὼ τὴν Πηρέτρα καὶ πασκίζω νὰ βγάλω τὸ ψωμί μου.

ΠηρέτραὙπηρέτρα ἦτο τὸ ὄνομα τῆς λέμβου, ὅπερ αὐτὸς τῇ ἔδιδε.

Καὶ παύων νὰ μονολογῇ, ἤρχιζε νὰ τραγῳδῇ διὰ τῆς τραχείας καὶ μονοτόνου φωνῆς του:

Βασανισμένο μου κορμί, τυραγνισμένα νιᾶτα!…

καὶ δὲν ἔλεγεν ἄλλον στίχον.

*  *  *

Καταπλεύσας εἰς τὴν τερπνὴν νῆσον Τσουγκριᾶν, ὁ μπαρμπα-Διόμας ἐφόρτωσεν ἐπὶ τῆς «Ὑπηρέτρας» πέντε ἢ ἓξ ζεύγη ὀρνίθων, κοφίνους τινὰς ᾠῶν καὶ τυροῦ, δύο ἢ τρεῖς ἰνδιάνους, καὶ ἄλλα τινὰ πράγματα, καὶ ἡτοιμάζετο νὰ λύσῃ τὰ ἀπόγεια τῆς λέμβου καὶ ν᾽ ἀποπλεύσῃ. Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην προσῆλθεν ὁ κουμπάρος του Σταθαρός, ὁ ποιμὴν τοῦ Τσουγκριᾶ, καὶ τὸν παρεκάλεσε νὰ τοῦ κάμῃ τὴν χάριν νὰ παραλάβῃ ὀχληρὸν συμπλωτῆρα… «υἱὸν ὑποζυγίου» ὥριμον πρὸς ἐπίσαξιν… ὅπως κομίσῃ αὐτὸν πρὸς ἕνα τῶν πολυαρίθμων κουμπάρων του εἰς τὴν πολίχνην.

Ὁ μπαρμπα-Διόμας ἐσυλλογίσθη τὸ βάρος, καὶ ἔρριψεν ἀμήχανον βλέμμα εἰς τὸ στενόχωρον καὶ τὴν ἐλαφρότητα τῆς «Ὑπηρέτρας», ἀλλ᾽ ἀφ᾽ ἑτέρου ἐσκέφθη ὅτι μία δραχμή, ὁ ναῦλος τοῦ ὀναρίου, ἦτο κάτι δι᾽ αὐτόν, ἦτο ὁ καπνὸς καὶ ὁ οἶνος τῶν τριῶν σχολασίμων ἡμερῶν τῶν Χριστουγέννων, καὶ ἀπεφάσισε νὰ προσλάβῃ τὸν πῶλον.

Ὁ κουμπάρος Σταθαρὸς εὐχαριστηθεὶς τὸν ἐφίλευσεν ὀλίγα αὐγά, μίαν μυζήθραν, καὶ ὁ μπαρμπα-Διόμας, ἐπιβιβάσας τὸν πῶλον, ἔλαβε τὰς κώπας, καὶ ἔστρεψε τὴν πρῷραν πρὸς τὸν λιμένα.

Ἀπεμακρύνθη, ἔκαμε πανιά, καί, διανύσας ὑπὲρ τὸ ἓν μίλιον, ἀπεῖχεν ἐξ ἴσου σχεδὸν τοῦ Τσουγκριᾶ καὶ τῆς πολίχνης. Καίτοι βορειανατολικὸς ὁ ἄνεμος, Γραῖος, ὑπεβοήθει ἐκ πλαγίου τὸ ἱστίον, διότι ὁ μπαρμπα-Διόμας ἔδιδε βορειοδυτικὴν εἰς τὴν λέμβον διεύθυνσιν.

Ἀλλ᾽ ὁ πῶλος, ὅστις ἔβοσκεν ἡσύχως τὸ χόρτον του, καὶ δὲν ἐφαίνετο ν᾽ ἀνησυχῇ πολὺ περὶ τοῦ διάπλου, αἴφνης ἐσήκωσε τὸν πόδα, ἔδωκεν ἄτακτον λάκτισμα εἰς τὴν σανίδα… καὶ τὸ μαδέρι τῆς εὐθραύστου καὶ ὑποσάθρου λέμβου διερράγη.

 

 

Τὸ ὕδωρ ἤρχισε νὰ εἰσρέῃ εἰς τὸ κύτος.

Ἡ λέμβος ἤρχισε νὰ βυθίζηται.

Ταχὺς ὡς ἡ ἀστραπή, ὁ μπαρμπα-Διόμας, ἀπέβαλε τὸ βαρύτερον φόρεμα, τὸν ἀμπά του, τὸν ὁποῖον εἶχε φορέσει μόνον ἐνόσῳ ἐκάθητο εἰς τὸ πηδάλιον, ἔγειρε πρὸς τὸ μέρος τῆς σκότας* τοῦ πανίου ἀριστερά, ἐκρεμάσθη ἐπὶ τῆς πλευρᾶς τοῦ σκάφους καὶ κατώρθωσε νὰ μπατάρῃ τὴν λέμβον.

Μέγας ἔγινεν ὁ θρῆνος ὑπὸ τὴν ἀνατραπεῖσαν τρόπιδα. Ὄρνιθες, ἰνδιάνοι, κόφινοι καὶ ὁ αἴτιος τῆς συμφορᾶς, ὁ πῶλος, ὅλα κατῆλθον εἰς τὸν πυθμένα.

Ὁ μπαρμπα-Διόμας, ὅστις ἐκολύμβα ὡς ἔγχελυς, εἶχε καὶ στήριγμα τὴν ἀνατραπεῖσαν «Ὑπηρέτραν», τὴν ὁποίαν ἠμπόδισε τοῦ νὰ βυθισθῇ.

*  *  *

Περὶ τὰς δύο ὥρας ἔμεινεν οὕτως ὁ μπαρμπα-Διόμας ἐπίστομα ἐπὶ τῶν πλευρῶν τοῦ σκάφους, κρατούμενος διὰ τῶν χειρῶν ἀπὸ τῆς τρόπιδος, μὴ τολμῶν νὰ στηριχθῇ ὅλος ἐπὶ τῶν σανίδων, διότι ἡ λέμβος θὰ ἐβυθίζετο.

Τέλος, περὶ τὴν ἀμφιλύκην, ἐνόσῳ ὑπῆρχεν ἀκόμη ἀρκετὸν φῶς, ὅσον ἔρριπτεν ἡ ἀνταύγεια τῶν χιονοσκεπῶν πέριξ ὀρέων, ἐφάνη μακρόθεν ἓν ἱστίον.

Ὁ μπαρμπα-Διόμας ἤρχισε νὰ φωνάζῃ μὲ ὅσην δύναμιν τῷ ἔμεινεν ἀκόμη.

Ὁ ἄνεμος ἦτο βοηθητικὸς διὰ τὸ ἐρχόμενον πλοῖον, ὅπερ ἔπλεεν ἐξ ἀνατολῶν πρὸς δυσμάς.

Ἦτο μέγα τρεχαντήριον φορτωμένον.

Αἱ φωναὶ τοῦ μπαρμπα-Διόμα δὲν ἠκούοντο, ὁ ἄνεμος τὰς ὤθει μακρὰν πρὸς τὸν λίβα.

Ἀλλὰ τὸ τρεχαντήριον ἐπλησίαζε καὶ ὁ μικρὸς μαῦρος ὄγκος τῆς ἀνατραπείσης λέμβου διεκρίνετο ὡς φωλεὰ ἀλκυόνος ἐπὶ τῶν κυμάτων.

 

Καθ᾽ ὅσον ὅμως ἐπλησίαζεν, ἠδύναντο ν᾽ ἀκουσθῶσι καὶ αἱ φωναί. Διότι τὸ ἀνατραπὲν σκαφίδιον, ὠθούμενον ὑπὸ τῶν κυμάτων, εἶχε μετατοπισθῆ πολλὰς δεκάδας ὀργυιῶν πρὸς τὰ νοτιοδυτικά, καὶ ὁ γέρων ναυαγὸς συνέβαλε καὶ αὐτὸς εἰς τοῦτο διὰ τῶν χειρῶν καὶ τῶν ποδῶν.

Τέλος τὸ τρεχαντήριον προσήγγισε καὶ ἀπέλυσε τὴν λέμβον. Ὁ μπαρμπα-Διόμας ἤκουσε κώπας πλαταγούσας πλησίον του, ἀλλὰ τόσον μόνον ἤκουσεν. Εὐθὺς κατόπιν ἐλιποθύμησεν.

Οἱ δύο κωπηλάται ἀνέσυραν τὸν μπαρμπα-Διόμαν παγωμένον καὶ ἡμιθανῆ, καὶ τὸν ἀνεβίβασαν εἰς τὸ τρεχαντήριον.

Ἀφοῦ τοῦ ἤλλαξαν τὰ ἐνδύματα, δι᾽ ἐμπνοῶν καὶ προστρίψεων προσεπάθησαν νὰ τὸν ἀνακαλέσωσιν εἰς τὴν ζωήν.

Ὁ κυβερνήτης διέταξε νὰ στρέψωσι πρῷραν πρὸς τὸν λιμένα, ὅπως τὸν ἀποδώσωσι νεκρὸν ἢ ζῶντα εἰς τοὺς οἰκείους του.

Τέλος ὁ πτωχὸς ναυαγὸς ἤνοιξε τοὺς ὀφθαλμούς.

Οἱ καλοὶ ναῦται ἠθέλησαν νὰ τῷ προσφέρωσι ποὺντς καὶ ἄλλα θερμὰ ποτά.

Ἀλλ᾽ ἅμα ἀνοίξας τοὺς ὀφθαλμοὺς ὁ μπαρμπα-Διόμας, διὰ τοῦ πρώτου βλέμματος εἶδε βαρέλια.

Τὸ πλοῖον ἦτο φορτωμένον οἴνους.

―Ὄχι πούντς, ὄχι, εἶπε διὰ πεπνιγμένης φωνῆς· κρασὶ δῶστέ μου !

 

Οἱ ναῦται τῷ προσήνεγκον φιάλην πλήρη ἡδυγεύστου μαύρου οἴνου, καὶ ὁ μπαρμπα-Διόμας τὴν ἐρρόφησεν ἀπνευστί.

 

Ὑπέφωσκεν ἤδη ἡ ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων, καὶ ἡ θεία εἰς μάτην προσεπάθει νὰ παρηγορήσῃ τὴν σφαδάζουσαν ὑπὸ ἄλγους Οὐρανιώ.

 

 

 

 

Ἀλλ᾽ ἡ σύζυγος τοῦ Νταραδήμου ἐλθοῦσα τότε ἀνήγγειλεν ὅτι ὁ μπαρμπα-Διόμας ἐναυάγησε μέν, ἀλλ᾽ ἐσώθη, καὶ ὅτι ἔφθασεν ὑγιής.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ὁ Ἀργυράκης καὶ ἄλλοι τινὲς ἀγρόται εἶχον ἴδει, φαίνεται, μακρόθεν τὴν ἀνατροπὴν τῆς λέμβου, καὶ ἐντεῦθεν διεδόθη ὅτι ὁ γέρων ἐπνίγη. Ἀλλ᾽ ἐπειδὴ ἐνύκτωσε, δὲν εἶδον καὶ τὸ σωστικὸν καὶ οἰνοφόρον τρεχαντήριον.

 

 

Ὁ μπαρμπα-Διόμας, ἐλθὼν μετ᾽ ὀλίγον καὶ ὁ ἴδιος, ἐνηγκαλίσθη τὴν κόρην του. Ὤ, πενιχρὰ ἀλλ᾽ ὑπερτάτη εὐτυχία τοῦ πτωχοῦ!

 

Τὸ Οὐρανιὼ ἔχυνεν ἀκόμη δάκρυα, ἀλλὰ δάκρυα χαρᾶς. Ὁ πατήρ της δὲν τῆς εἶχε φέρει οὔτε αὐγὰ οὔτε μυζῆθρες οὔτε ὄρνιθες, ἀλλὰ τῆς ἔφερε τὸ σκληραγωγημένον καὶ θαλασσόδαρτον ἄτομόν του καὶ τὰς δύο στιβαρὰς καὶ χελωνοδέρμους χεῖράς του, δι᾽ ὧν ἠδύνατο ἀκόμη ἐπί τινα ἔτη νὰ ἐργάζηται δι᾽ ἑαυτὸν καὶ δι᾽ αὐτήν.

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Υπηρέτρα, 1η δημοσίευση εφημερίδα «εφημερίς» 25-12-1888

 

06-12-2016

ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΑΓΝΗΤΙΣΜΟ ΣΤΟΝ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟ – Η ΗΛΕΚΤΡΟΓΕΝΝΗΤΡΙΑ

05-12-2016

ΑΠΟ ΤΟΝ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟ ΣΤΟΝ ΜΑΓΝΗΤΙΣΜΟ – Ο ΗΛΕΚΤΡΟΜΑΓΝΗΤΗΣ

05-12-2016

Σούλι και Μάνη, τόποι απάτητοι

Παρατήρησε τις παρακάτω φωτογραφίες από τη Μάνη

 

 

και από το Σούλι

 

Που βρίσκεται η Μάνη

 

Που βρίσκεται το Σούλι


Να παρατηρήσεις και να σχολιάσεις :

Το έδαφος και τη φύση

Τα σπίτια των Μανιατών. Τι σου θυμίζουν; Γιατί να ήταν χτισμένα έτσι;

 

01-12-2016

Aιολική γη (του Ηλία Βενέζη)

 

Το μυθιστόρημα ανασυνθέτει την ευτυχισμένη ζωή στη Μικρασία πριν τη μικρασιατική καταστροφή. Το πλήθος των φανταστικών προσώπων, των φυσικών στοιχείων, των παιδιών και των μεγάλων που συνθέτουν τον κόσμο της Αιολικής γης είναι δοσμένα από το ώριμο ύφος του συγγραφέα με μορφή παραμυθένια, με πληρότητα μαγική. Η Αιολική γη είναι το βιβλίο του χαμένου παραδείσου των παιδικών χρόνων στα παράλια της Μικρασίας και του δραματικού ξεριζώματος από τη γενέθλια γη.

Πληροφορίες :

για το συγγραφέα

για το Αϊβαλί

για τους Αιολείς

για τη Μικρασιατική καταστροφή

για τα παιδιά – πρόσφυγες

 

 

 

 

 

 

 

 

Παραθέτουμε το πρώτο κεφάλαιο του μυθιστορήματος

ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ

Κόσμος

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

Κιμιντένια

Όταν παραμέρισαν τα κύματα του Αιγαίου κι άρχισαν ν” αναδύονται απ” το βυθό τα βουνά της Λέσβου υγρά, στιλπνά και γαλήνια, τα κύματα είδαν ξαφνιασμένα το νησί, το νέο τους φίλο. Ήταν συνηθισμένα να ταξιδεύουν απ” τα μέρη του Κρητικού πελάγου και να σβήνουν στις ακρογιαλιές της Ανατολής, και ό,τι ξέρανε από στεριά ήταν σκληρά βουνά, κοφτοί θεόρατοι βράχοι, γη από κίτρινη πέτρα. Τούτο δω, με το νέο νησί, ήταν κάτι άλλο – ω, πόσο διαφορετικό! Γι” αυτό είπαν τα κύματα:
«Ας πάμε το μήνυμα στην πιο κοντινή γη, στη γη της Αιολίδας. Ας της πούμε για το νησί, τη νέα γη που έδεσε το φως με τη γαλήνη, για τη γραμμή και την κίνηση του που είναι τόσο ήμερη σα να έχει μέσα της τη σιωπή, ας της πούμε για το θαύμα του Αιγαίου!»
Ήρθαν τα κύματα και φέραν το μήνυμα του πελάγου στην αιολική ακτή. Ήρθαν και άλλα κύματα, κι άλλα – όλα τα κύματα. Όλα λέγαν για το παιχνίδι της γραμμής του νησιού, για το παιχνίδι της αρμονίας και της σιωπής.
Τ” άκουσαν την πρώτη μέρα τα σκληρά βουνά της Ανατολής και μείνανε αδιάφορα. Τ” άκουσαν και την άλλη, και πάλι δεν ταράχτηκαν. Όμως όταν το κακό παράγινε και κάθε στιγμή άλλο δεν ακούγανε παρά τη βουή του πελάγου να τους λέει για το θαύμα, τα βουνά παράτησαν την αταραξία τους και, περίεργα, σκύψανε πάνω απ” τα κύματα να δουν το νησί του Αιγαίου. Ζηλέψανε την αρμονία του και είπαν:
«Ας κάμουμε κ” εμείς έναν τόπο γαλήνης στη γη της Αιολίδας, που να “ναι σαν το νησί!»
Παραμερίσανε τότε τα βουνά, τραβήχτηκαν στο βάθος, κι ο τόπος που άφησαν έγινε ο τόπος της Γαλήνης.
Τα βουνά κείνα της Ανατολής τα λένε Κιμιντένια.
Οι πρόγονοί μου δουλέψανε σκληρά τη γη που είναι κάτω απ” τα Κιμιντένια. Όταν εγώ γεννήθηκα, ένα μεγάλο μέρος της περιοχής το όριζε η φαμίλια μας. Το χειμώνα μέναμε στην πόλη, αλλά μόλις τα χιόνια φεύγανε απ” τα Κιμιντένια κ” η γη πρασίνιζε μας έπαιρνε η μητέρα μας, όλα τ” αδέρφια μου, την Ανθίππη, την Αγάπη, την Άρτεμη, τη Λένα, εμένα, και πηγαίναμε να ζήσουμε τους μήνες του καλοκαιριού στο κτήμα, κοντά στον παππού και στη γιαγιά μας.
Η θάλασσα ήταν μακριά από κει, κι αυτό στην αρχή ήταν μεγάλη λύπη για μένα επειδή γεννήθηκα κοντά της. Στην ησυχία της γης θυμόμουν τα κύματα, τα κοχύλια και τις μέδουσες, τη μυρουδιά του σάπιου φυκιού και τα πανιά που ταξίδευαν. Δεν ήξερα να τα πω αυτά, επειδή ήμουνα πολύ μικρός. Αλλά μια μέρα η μητέρα μου βρήκε το αγόρι της πεσμένο μπρούμυτα καταγής, σα να φιλούσε το χώμα. Το αγόρι δε σάλευε, κι όταν η μητέρα πλησίασε τρομαγμένη και το σήκωσε είδε το πρόσωπο του πλημμυρισμένο στα δάκρυα. Το ρώτησε ξαφνιασμένη τι έχει, κ” εκείνο δεν ήξερε ν” αποκριθεί και δεν είπε τίποτα. Όμως μια μητέρα είναι το πιο βαθύ πλάσμα του κόσμου, κ” η δική μου, που κατάλαβε, με πήρε από τότε πολλές φορές και πήγαμε ψηλά στα Κιμιντένια, απ” όπου μπορούσα να βλέπω τη θάλασσα. Κ” ενώ εγώ αφαιριόμουνα στη μακρινή μαγεία του νερού, εκείνη δε μου μιλούσε, για να αισθάνομαι πως είμαστε μονάχοι, η θάλασσα κ” εγώ. Περνούσε πολλή ώρα έτσι, τα μάτια μου κουράζονταν να κοιτάνε και γέρναν, έγερνα κ” εγώ στη γη. Τότε τα δέντρα που με τριγύριζαν γίνονταν καράβια με ψηλά κατάρτια, τα φύλλα που θροούσαν γίνονταν πανιά, ο άνεμος ανατάραζε το χώμα, το σήκωνε σε ψηλά κύματα, τα μικρά τριζόνια και τα πουλιά ήταν χρυσόψαρα και πλέανε, κ” εγώ ταξίδευα μαζί τους.
Σαν ξυπνούσα, έβλεπα από πάνω μου τα μάτια της μητέρας μου να περιμένουν.
— Ήταν ωραία, αγόρι; με ρωτούσε χαμογελώντας γλυκά.
— Αχ, μητέρα, πάντα είναι ωραία με τη θάλασσα!
Μια από κείνες τις καλοκαιρινές μέρες γυρίζοντας με τη μητέρα μου απ” το «ταξίδι της θάλασσας στα Κιμιντένια», σταθήκαμε στην κοίτη ενός μικρού ποταμίου. Το ποτάμι ήταν γεμάτο καθαρό άμμο, έτρεχε όμως και λίγο νερό.
— Πως τρέχει νερό, είπα, αφού είναι καλοκαίρι και τα Κιμιντένια δεν κατεβάζουνε νερό;
— Έλα! μου λέει η μητέρα, που είχε ζήσει όλα τα παιδικά της χρόνια στα Κιμιντένια κ” ήξερε τον τόπο καλά. Έλα να δεις!
Περπατήσαμε μες στο ποτάμι, ακολουθώντας το βαθιά στην κοιλάδα, και τότε βρήκαμε σε μια κουφάλα την πηγή απ” όπου ανάβλυζε το νερό. Έκανε πολύ δροσιά εκεί· μολοντούτο δεν είχε βρύα και πλατάνια, όπως θα “πρεπε σε τόσο υγρό τόπο.
— Δοκίμασε το νερό, μου λέει η μητέρα μου. Να δεις τι δροσερό που είναι!
Πήρα με τη χούφτα μου και το ’φερα στα χείλια μου. Αλλά μόλις το άγγιξαν, το άφησα να χυθεί και σκούπισα τη γλώσσα μου.
— Μα αυτό είναι θάλασσα! είπα ξαφνιασμένος.
Η μητέρα μου γελούσε με πολλή χαρά. Με πήρε στην αγκαλιά της και μου είπε:
— Βλέπεις; Η θάλασσα είναι παντού!
Κι όταν έπειτα πήραμε το δρόμο του γυρισμού έγινε σοβαρή και μου εξήγησε πως όλη η περιοχή κάτω απ” τα Κιμιντένια ήταν κάποτε κακή γη, επειδή πολύ βαθιά μέσα της ζούσε η θάλασσα, έμπαινε μέσα της η θάλασσα. Και χρειάστηκε από γενιά σε γενιά ο ασταμάτητος μόχθος των ταπεινών μου προγόνων για να φύγει το νερό και να γίνουν τα δέντρα και τα κλήματα.
Στα χρόνια του πάππου μου, του πατέρα της μητέρας μου, η γη πια ήταν έτοιμη κ” έγινε το υποστατικό. Απ” τη μητέρα μου έμαθα το πώς έγινε η πρώτη καλύβα, πότε η γιαγιά μου φύτεψε με τα χέρια της τον πλάτανο στην αυλή, πότε φυτέψανε τα κλήματα. Στο υποστατικό έμπαινες από μια μεγάλη πόρτα, καμωμένη με σκαλιστό ξύλο. Στη μέση ήταν μια αυλή και γύρω γύρω της, η μια χτισμένη κοντά στην άλλη, ήταν οι οικοδομές. Στα κάτω πατώματα ήταν οι αποθήκες κ” οι στάβλοι, στ” απάνω η κατοικία του παππού και της γιαγιάς μας, πλάι ο ξενώνας, και πλάι οι κατοικίες για τις γυναίκες και τους ζευγάδες που δουλεύανε στο κτήμα ολοχρονίς. Μια ξύλινη σκάλα σε ανέβαζε απ” την αυλή στο σπίτι του πάππου, κι από κει άρχιζε το ξύλινο μπαλκόνι που ένωνε κυκλικά όλα τα χτίρια. Τα παράθυρα όλα βλέπαν μες στην αυλή, και μονάχα το σπίτι του παππού είχε ένα σιδερόφραχτο παράθυρο που έβλεπε έξω, τον κόσμο τον έξω απ” τη μεγάλη πόρτα. Έτσι το υποστατικό έμοιαζε σα μοναστήρι ή σα φρούριο, καμωμένο όλο με γερή πέτρα του Σαρμουσάκ για το φόβο των ληστών. Όμως δεν είχε τίποτα απ” την ασκητική αυστηρότητα των μοναστηριών, μήτε απ” την αγριότητα των φρουρίων. Ήταν βαμμένο με γαλάζιο χρώμα.
Σ” ένα επιτούτου δωμάτιο ήταν φυλαγμένα σαν πολύτιμα πράματα τα όπλα, γκράδες και μαρτίνια και σπαθιά, όσα θα φτάνανε για ν” αρματώσουν όλους τους ζευγάδες σε ώρα ανάγκης, αν μας ρίχνονταν ληστές. Αυτό το δωμάτιο το λέγαμε το «Κίτρινο» επειδή ήταν βαμμένο με δυνατό κίτρινο χρώμα. Το δικό μας, των παιδιών, ήταν πλάι στα όπλα, κ” η γειτονία τους μας έκανε να τα συλλογιζόμαστε πολύ. Και καθώς το Κίτρινο ήταν πάντα κλειδωμένο και κανένας δεν είχε την άδεια να το ανοίξει εκτός απ” τον παππού, η φαντασία μας του έδινε μεγάλες διαστάσεις, το σχημάτιζε σα μυστικό καταφύγιο μυθικών πλασμάτων.
Τις νύχτες, όταν γινόταν ησυχία έξω, όταν τα τσακάλια πια δεν ούρλιαζαν και μονάχα τα φύλλα των δέντρων ακούγονταν που σάλευαν, κάθε άλλος σιγανότατος θόρυβος που έφτανε ως εμάς μας φαινόταν να “ρχεται από το απαγορεμένο δωμάτιο. Τότε το ένα παιδί ξυπνούσε το άλλο.
— Άκουσες; έλεγε η μικρή Άρτεμη και μ” έσπρωχνε. Ξυπνούσα τρομαγμένος και ρωτούσα:
— Τι είναι;
— Άκου! Πλάι κάτι γίνεται! Στο Κίτρινο…
Έβαζα όλη την προσοχή κι αφουγκραζόμουν. Η γη αναπαύεται και γονιμοποιεί τους σπόρους, κι απ” το μυστικό της έργο έρχεται ένας ελάχιστος θόρυβος που μπορεί να φτάξει μονάχα σ” ένα παιδί. Οι ρίζες των δέντρων σαλεύουν στα σκοτεινά γυρεύοντας νερό να πιουν, οι φλούδες των κορμών σαλεύουν για να χυθούν οι χυμοί στους κλώνους και στα φύλλα, τα τυφλά σκουλήκια αγωνίζουνται έρημα το μικρό τους αγώνα, ένα ζαρκάδι πέρασε και χάθηκε, ένα άλλο, κυνηγημένο από μεγαλύτερο του αγρίμι, δεν μπόρεσε να περάσει στο δάσος να γλιτώσει κι ακούγεται η σπαραχτική φωνή του βαθιά, η φωνή του θανάτου. Ύστερα όλα ησυχάζουν, κ” έρχεται η Μεγάλη Σιωπή.
— Άκου!.. λέει πάλι η Άρτεμη όταν γίνεται ησυχία.
— Τσακάλι θα “ταν και πέρασε, της λέω.
— Μα όχι! Όχι το τσακάλι! Να! Τώρα, τώρα! Κει μέσα! Άκουσε!
Τεντώνω το αυτί μου κι ανοίγω τα μάτια μου όσο μπορώ. Η καρδιά μου χτυπά με αγωνία επειδή αισθάνουμαι την ανάγκη ν” ακούσω ό,τι μπορεί ν” ακούσει εκείνη.
— Αχ! λέω τέλος απελπισμένα. Δεν ακούω τίποτε! Μονάχα τα φύλλα…
— Καημένε! Τα φύλλα. Τι λες για φύλλα! κάνει η φωνή της μες στο σκοτάδι, και ξέρω πως στα μάτια της θα λάμπει η περιφρόνηση. Μα τόσο λοιπόν μικρός είσαι;
Εγώ ήμουνα έξι χρονώ κ” εκείνη είχε κλείσει πια τα οχτώ.
Αυτό δε με πείραζε τόσο. Αλλά μου ερχόταν να κλάψω απ” το κακό μου και απ” το παράπονο επειδή η Άρτεμη ήταν κορίτσι, κ” ένα κορίτσι δε θα “πρεπε να ξέρει πιο πολλά από ένα αγόρι. Κι όμως, να που έτσι γινόταν – αδικία πολλή ήταν στον κόσμο.
— Ό,τι θέλεις λες! της κάνω τέλος θυμωμένα. Ακούς τα φύλλα στα δέντρα και θαρρείς πως είναι στο Κίτρινο! Χμ!
— Κακομοίρη! Εγώ λέω ό,τι θέλω; διαμαρτύρεται η Άρτεμη. Δε θυμάσαι πως κ” εσύ τις προάλλες τ” άκουσες που περπατούσαν τα σπαθιά μες στο Κίτρινο και μιλούσαν με τα πιστόλια; Ακούς, να λέω, ό,τι θέλω!
Η Άρτεμη είχε δίκιο. Τις προάλλες φύσηξε πολύς αγέρας, αργά μετά τα μεσάνυχτα, κι όλο το υποστατικό σα να σάλευε. Από ψηλά, απ” τα Κιμιντένια, ερχόταν ο θρήνος των δέντρων που πάλευαν με τον άνεμο. Μήτε τα τσακάλια δεν είχαν τολμήσει να βγούνε κείνο το βράδυ απ” τις φωλιές τους, μήτε άλλα ζαρκάδια, καμιά φωνή δεν ακουγόταν. Τότες ακούσαμε το μυστικό θόρυβο που ερχόταν μεσ” από το Κίτρινο, και μείναμε κ” οι δύο σύμφωνοι, η Άρτεμη κ” εγώ, πως τα σπαθιά μιλούσαν. Λοιπόν, τώρα γιατί να μην πιστεύω;
— Εσύ όλο κοιμάσαι, αυτό είναι! συμπεραίνει η Άρτεμη, θέλοντας να εξηγήσει την αδυναμία μου. Εγώ όμως ξαγρυπνώ κ” έχω συνηθίσει τ” αυτί μου να παίρνει.
— Καλά, καλά! της λέω πάλι. Εσύ τα ξέρεις όλα! Κάθισε, λοιπόν, να ξαγρυπνάς με το σκοτάδι…
Γυρίζω στο μικρό κρεβάτι μου και κουκουλώνουμαι με το σεντόνι. Μα την ίδια στιγμή ένας καθαρός, καθαρότατος θόρυβος, ένα τικ τικ, έρχεται μες στη νύχτα απ” το μέρος του Κίτρινου.
— Τ” άκουσες επιτέλους; ψιθυρίζει στα σκοτεινά η φωνή της Άρτεμης, και θαρρώ πως τρέμει. Τ” άκουσες;
— Αχ, τ” άκουσα! μουρμουρίζω κ” εγώ με ταραχή. Τι να “ναι;
— Τα σπαθιά ξυπνούνε…, λέει εκείνη.
Μα τότε ξυπνά κ” η Ανθίππη. Είναι η μεγαλύτερη αδερφή μας, είναι ως δώδεκα χρονώ κ” είναι η δεύτερη μητέρα μας. Πάντα της λέγαμε τα μυστικά μας.
— Τι έχετε εσείς εκεί; ρωτά σιγανά.
— Ανθίππη, άκου!.. λέει η Άρτεμη, κ” η φωνή της είναι σα να γυρεύει βοήθεια. Τα σπαθιά ξύπνησαν στο Κίτρινο!..
Η Ανθίππη ακούει κ” ύστερα λέει ατάραχη:
— Ποντίκια είναι, μην κάνετε έτσι. Κοιμηθείτε!
Την ακούμε που γυρίζει απ” το άλλο πλευρό να κοιμηθεί, σα να μην έγινε τίποτα. Σκεπάζουμαι κ” εγώ ως το κεφάλι, μα τα μάτια δεν κλείνουν. Οι θόρυβοι του δάσους, της γης, των ζαρκαδιών γίνουνται ένα, γίνουνται η παράξενη μουσική που λέει για τα παραμύθια και για τα όνειρα, λέει για τα ταξίδια των παιδιών που πάνε καβάλα σε χρυσόψαρα να βρούνε τη «Ροδοπαπούδα» με το άσπρο φόρεμα και τ” ασημένια μαλλιά και με το Μεγάλο Δράκο που φυλάει στην πόρτα της. Τα σπαθιά και τα πιστόλια στο κίτρινο δωμάτιο δεν είναι πια άγρια πλάσματα, ξύπνησαν μονάχα γιατί ζήλεψαν, θέλουν κι αυτά να καβαλικέψουν τα χρυσόψαρα, να μην είναι κλεισμένα κ” έρημα. Ανοίγουν σιγανά την πόρτα της φυλακής τους, απλώνουνε τα χέρια και ξέρουν πως, κι αν δεν είναι χρυσόψαρο, ένα μικρό καλό δελφίνι θα περιμένει να τα πάρει. Κ” ενώ τα χρυσόψαρα αρχίζουν το ταξίδι, πλέοντας μες στον αγέρα, ακούγεται πίσω τους η φωνή των σπαθιών, πάνω στο δελφίνι, που ικετεύουνε:
«Περιμένετε να “ρθουμε! Περιμένετε να “ρθουμε κ” εμείς στη Ροδοπαπούδα!»
«Ελάτε!» τους λέει φιλικά το μικρό αγόρι απ” το χρυσόψαρο. «Ελάτε και σας περιμένουμε!»
Το άλλο πρωί η Ανθίππη με ρωτά:
— Ποιόν περίμενες χτες τη νύχτα;
— Εγώ περίμενα κανέναν;
— Μα ναι, κάποιον φώναζες στον ύπνο σου να “ρθει.
Δε θυμούμαι πια τίποτα και της λέω πως θα “ταν όνειρο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

Περιστατικά μιας πλημμύρας και του φοβερού ληστή που λεγόταν Λαζο-εφφές
Ο παππούς ήταν ένας μεγαλόσωμος άντρας, γεμάτος υγεία παρ” όλα τα εβδομήντα του χρόνια, κ” ήταν γενναία καρδιά. Όλη τη ζωή του την πέρασε στα Κιμιντένια, μια σκληρή ζωή, ίσαμε που ν” αναστηθεί το υποστατικό. Ωστόσο απ” τη δύσκολη εκείνη ζωή το μόνο σημάδι που έμεινε ήταν βαθιές χαρακιές στο πρόσωπο του, τίποτ” άλλο. Στα γαλανά μάτια του βασίλευε παιδική αγαθότητα, και στα χείλια του, άμα γελούσε,
έλαμπε η καλοσύνη του κόσμου. Σ” έναν πιστό κιαγιά είχε αναθέσει την κυβέρνηση του υποστατικού γι” αυτό μπορούσε όλη τη μέρα να είναι ντυμένος με τ” ακριβά τα ρούχα του από τσόχα, ραμμένα με την πιο αυστηρή παράδοση των Αϊβαλιωτών βρακάδων. Είχε μιαν απερίγραπτη ευαισθησία στο ντύσιμο του, και ποτές δε θυμούμαι να τον είδα αφρόντιστο όλα τα καλοκαίρια που ζούσαμε κ” εμείς στο κτήμα. Δεν ήξερε διόλου γράμματα, γι” αυτό τον βοηθούσε στους λογαριασμούς η πιστή του συντρόφισσα, η γιαγιά μου.

 

 

 

 

 

30-11-2016

Η απάντηση του αρχηγού των ινδιάνων στον πρόεδρο των ΗΠΑ (1855)

Το παρακάτω κείμενο αυτό αποτελεί την ιστορική απάντηση του αρχηγού των ινδιάνων Σκουάμις στον Πρόεδρο των ΗΠΑ που ζητά να αγοράσει τη γη της φυλής του.

Αν και γραμμένο το 1855, είναι σήμερα επίκαιρο όσο ποτέ. Η δυσαρμονία του ανθρώπου με τη φύση δεν ήταν ποτέ μεγαλύτερη όσο σήμερα. Η θυσία κάθε αξίας στο κέρδος δεν ήταν ποτέ πιο γενικευμένη. Η περιθωριοποίηση όλων των μη δυτικών τρόπων ζωής και σκέψης, που τόσα έδωσαν στην ανθρωπότητα, δεν ήταν ποτέ πιο αισθητή. Η απάντηση του ινδιάνου αρχηγού Seatle λέει τα αυτονόητα σε μια εποχή που έγινε κανόνας το παράλογο…

 

…προς τον πρόεδρο της ΗΠΑ Φραγκλίνο Πιρς:

Ο ουρανός που μας φαίνεται αιώνιος και αμετάβλητος, είχε πάντα ένα δάκρυ συμπόνιας

για το λαό μου τώρα όμως κάτι έχει αλλάξει.
Σήμερα ο ουρανός είναι καθαρός, αύριο ίσως σκεπαστεί με σύννεφα.
Τα λόγια μου όμως είναι σαν τα αστέρια που ποτέ δεν αλλάζουν.

Σ’ αυτά λοιπόν που θα πει ο Σιάτλ,μπορεί ο Μεγάλος Λευκός Αρχηγός της Ουάσινγκτον

να βασιστεί με σιγουριά.
Όπως βασίζεται στις εναλλαγές των εποχών.

Ο Μεγάλος Αρχηγός της Ουάσινγκτον μας στέλνει μήνυμα πως θέλει να αγοράσει
τη γη μας.
Καλοσύνη του, παρ’ όλο που ξέρουμε ότι δεν έχει ανάγκη τη φιλία μας.

Την πρότασή του πάντως θα τη σκεφτούμε καλά,γιατί ξέρουμε πως αν δε δεχτούμε,

ο λευκός θα θελήσει με τα όπλα ν’ αρπάξει τη γη μας.

Ρωτάω όμως :

Πώς μπορεί κανείς να πουλά ή να αγοράζει τον ουρανό
ή τη ζεστασιά της γης;

 

Η ιδέα μας φαίνεται περίεργη.
Επειδή ακριβώς δε μας ανήκουν ούτε η δροσιά του αέρα ούτε και η διαύγεια του νερού.
Πώς λοιπόν είναι δυνατόν να τα αγοράσετε;
Πάντως μην ανησυχείτε, θα πάρουμε την απόφασή μας.

Για το λαό μου… Καθετί πάνω σ’ αυτή τη γη είναι ιερό.

Κάθε λαμπερή πευκοβελόνα… Κάθε αμμουδερή ακρογιαλιά
Κάθε κομματάκι ομίχλης… Κάθε ξέφωτο στα σκοτεινά δάση
Στη μνήμη του λαού μου, κάθε βούισμα εντόμου, είναι ιερό.

 

Είμαστε κομμάτι της γης και αυτή πάλι ένα κομμάτι από μας.
Οι χυμοί που τρέχουν μέσα στα δέντρα μεταφέρουν τις μνήμες του ερυθρόδερμου ανθρώπου.
Τα ευωδιαστά λουλούδια είναι αδελφές μας.

Το ελάφι, το άλογο, ο μεγάλος αετός είναι τ’ αδέλφια μας.
Οι απότομες, ψηλές κορυφές, τα καταπράσινα λιβάδια, η ζεστασιά του αλόγου,

ο άνθρωπος, όλα ανήκουν στην ίδια οικογένεια.

Καταλαβαίνει λοιπόν τι μας ζητάει ο Μεγάλος Αρχηγός της Ουάσινγκτον
όταν μας παραγγέλνει ότι θέλει ν’ αγοράσει τη γη μας;

 

Γρήγορα θα κατακλύσετε όλη τη χώρα.
Ο Μεγάλος Αρχηγός μας παραγγέλνει ότι θα μας εξασφαλίσει ένα μέρος έτσι

που να μπορούμε να ζούμε άνετα μεταξύ μας.
Όπως ο πατέρας που αποφασίζει για τα παιδιά του.
Ξέρουμε όμως ότι ο λευκός δεν καταλαβαίνει τους τρόπους μας.

Ένα κομμάτι γης μοιάζει σ’ αυτόν μ’ ένα οποιοδήποτε άλλο κομμάτι γης,
γιατί είναι ένας ξένος που έρχεται μέσα στη νύχτα και παίρνει ό,τι έχει ανάγκη.

Η γη δεν είναι σύντροφός του αλλά εχθρός του.
Με την απληστία του θα την καταβροχθίσει
και δε θ’ αφήσει πίσω του τίποτα παρά μόνο έρημο.

Βρίσκουμε χαρά στα δάση…
Ίσως να μην το καταλαβαίνετε,
γιατί οι συνήθειές μας είναι διαφορετικές απ’ τις δικές σας.
Το πεντακάθαρο νερό που κυλά στα ρυάκια και στα ποτάμια
μεταφέρει στο διάβα του και το αίμα των προγόνων μας.
Το μουρμουρητό του είναι η φωνή τους.
Κάθε φευγαλέα αντανάκλαση του φωτός πάνω στο διάφανο νερό των λιμνών
εξιστορεί γεγονότα και παραδόσεις απ’ τη ζωή του λαού μας.

Τα ποτάμια είναι αδέρφια μας.
Σβήνουν τη δίψα μας, μεταφέρουν τα κανό μας και τρέφουν τα παιδιά μας.
Αν σας πουλήσουμε τη γη μας
μην ξεχάσετε να μάθετε και στα δικά σας παιδιά
πως τα ποτάμια είναι αδέρφια όλων μας.

Οι τρόποι μας είναι διαφορετικοί απ’ τους δικούς σας
Η όψη των πόλεών σας κάνει κακό στα μάτια του ερυθρόδερμου
Ο θόρυβος σας ταράζει τ’ αυτιά μας.
Αλλά αυτό μπορεί να συμβαίνει επειδή είμαι ένας άγριος και δεν καταλαβαίνω.
Όμως την αδικαιολόγητη απαίτηση σας ν’ αγοράσετε τη γη μας
θα τη σκεφτούμε προσεκτικά.

Αν δεχτούμε θα βάλω ένα όρο :
Ο λευκός άνθρωπος θα πρέπει να συμπεριφέρεται στα ζώα σα να ταν αδέρφια του.
Είμαι άγριος και δεν καταλαβαίνω γιατί ο λευκός αφήνει πίσω του Χιλιάδες Νεκρά Αγριοβούβαλα πυροβολώντας τα μόνο για το κέφι του μέσα από το σιδερένιο
άλογό του που καπνίζει,ενώ εμείς δε σκοτώνουμε παρά μόνο για να τραφούμε.

Τι είναι ο άνθρωπος χωρίς τα ζώα;
Αν εξαφανίζονταν όλα τα ζώα ο άνθρωπος θα πέθαινε
από μεγάλη πνευματική ερημιά.
Ό,τι συμβεί στα ζώα θα συμβεί σύντομα και στον άνθρωπο.

Ξέρουμε τουλάχιστον αυτό:
Η γη δεν ανήκει στον άνθρωπο. Ο άνθρωπος ανήκει στη γη.
Κι ακόμα πως εμείς δε δημιουργήσαμε τον ιστό της ζωής,
αλλά αποτελούμε μόνο μια ίνα μέσα σ’ αυτόν.
Αν προκαλέσουμε κάποια καταστροφή στον ιστό (της γης)
οι συνέπειες θα έρθουν και σε μας τους ίδιους.

Πρέπει να το πάρουμε απόφαση :
Η νύχτα και η μέρα δεν μπορούν να υπάρξουν μαζί την ίδια στιγμή.

Την αδικαιολόγητη απαίτηση του λευκού να αγοράσει τη γη μας θα τη σκεφτούμε καλά.
Όμως, ο λαός μου ρωτάει :
Τι θέλει να αγοράσει ο λευκός;

Γίνεται να αγοράσει κανείς τον ουρανό, η την γρηγοράδα της αντιλόπης;
Θα κάνετε λοιπόν τη γη ό,τι θέλετε επειδή ο ερυθρόδερμος θα υπογράψει

ένα κομμάτι χαρτί και θα το παραδώσει στο λευκό;
Τη στιγμή που δε μας ανήκει η δροσιά του αέρα και το άφρισμα του νερού…
γιατί επιμένετε να τ’ αγοράσετε;

Όλα μοιράζονται τον αέρα με την ίδια πνοή.
Τα ζώα, τα δέντρα, ο άνθρωπος μοιράζονται την ίδια ανάσα.
Ο αέρας που έδωσε στον παππού μας την πρώτη του αναπνοή
θα πάρει και τον τελευταίο του στεναγμό.

Ο λευκός δε φαίνεται να δίνει σημασία στον αέρα που αναπνέει.
Όπως ο άρρωστος που του έχει εξασθενίσει η όσφρηση.

Πουθενά στις πολιτείες του λευκού δεν υπάρχει μια ήσυχη ειρηνική γωνιά.
Δεν υπάρχει τόπος να σταθείς ν’ακούσεις το ξεπέταγμα των φύλλων την άνοιξη
ή το βουητό των εντόμων.

Αλλά τι μένει απ’ τη ζωή, αν ο άνθρωπος δεν μπορεί να αφουγκραστεί

το μοναχικό κάλεσμα του κοκκινολαίμη, ή τις συζητήσεις των βατράχων τη νύχτα

στη μικρή λίμνη;
Ίσως είμαι άγριος και δεν καταλαβαίνω.

Θα τη σκεφτούμε την πρότασή σας.
Δεν έχει σημασία που θα περάσουμε το υπόλοιπο της ζωής μας.
Τα παιδιά μας είδαν τους πατεράδες τους ταπεινωμένους.
Οι πολεμιστές μας ντροπιάστηκαν.
Μετά τις ήττες, περνούν τις ημέρες τους άσκοπα και δηλητηριάζουν τα κορμιά τους

με δυνατό ποτό.

Μετά από λίγους χειμώνες, μετά από λίγα φεγγάρια, κανένα παιδί των μεγάλων φυλών

δε θα μείνει για να πενθήσει ένα λαό,που κάποτε ήταν δυνατός και με πολλές ελπίδες,

όπως ο δικός μας σήμερα.

Τι να πενθήσω από τον αφανισμό του λαού μου;
Οι λαοί αποτελούνται από ανθρώπους και οι άνθρωποι έρχονται και φεύγουν όπως
τα κύματα της θάλασσας.

Ο καιρός της δικής σας παρακμής είναι ακόμα μακριά αλλά θα ρθει.
Κανείς δεν ξεφεύγει από το γραφτό του.
Μολύνετε το κρεββάτι σας και μια νύχτα θα πάθετε ασφυξία
από τα ίδια σας τα απορρίμματα.

Ο θεός σας προσφέρει κυριαρχία στα ζώα, τα δάση και στους ερυθρόδερμους
για κάποιον ιδιαίτερο λόγο.
Όμως αυτός ο λόγος είναι ένα αίνιγμα για μας.
Είναι κάτι που δεν καταλαβαίνουμε,
όταν όλα τα αγριοβούβαλα εξοντώνονται, τα άγρια άλογα δαμάζονται,
οι απόκρυφες γωνιές του δάσους μολύνονται από τους ανθρώπους
και η όψη των λόφων που είναι γεμάτη λουλούδια
γεμίζει από τα καλώδια του τηλεγράφου.

Που είναι η λόχμη; Εξαφανισμένη.

Που είναι ο αετός ; Εξαφανισμένος.
Αυτό είναι το τέλος της ζωής και η αρχή του θανάτου.

Όταν ο τελευταίος Ινδιάνος λείψει από τη γη, κι ο λευκός φέρνει στη μνήμη του το λαό μου σαν ένα θρύλο, οι ψυχές των νεκρών μας θα ταξιδεύουν σαν το σύννεφο πάνω στον κάμπο. Θα γεμίζουν τις ακρογιαλιές και θα φιλοξενούνται στα δάση που αγάπησαν όπως το μωρό που αγαπά τον χτύπο της μητρικής καρδιάς.

Ο λευκός δε θα ναι ποτέ μόνος σε αυτό τον τόπο.

Όλοι μοιράζονται τον αέρα με την ίδια πνοή.
Τα ζώα, τα δέντρα, ο άνθρωπος μοιράζονται την ίδια ανάσα.

Ας μεταχειριστεί λοιπόν το λαό μου με δικαιοσύνη και ειλικρίνεια
γιατί στους νεκρούς δεν λείπει η δύναμη.

Μίλησα για θάνατο;
Μα θάνατος δεν υπάρχει.

 

Μόνο η εναλλαγή των κόσμων.

                                   

1855 – Seatle Αρχηγός των ινδιάνων της φυλής Σκουάμις

 

Προσπάθησε να βρεις και να καταγράψεις τα επιχειρήματα του αρχηγού των ινδιάνων