21-11-2019

ΑΠΟ ΤΟΝ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟ ΣΤΟΝ ΜΑΓΝΗΤΙΣΜΟ – Ο ΗΛΕΚΤΡΟΜΑΓΝΗΤΗΣ

21-11-2019

ΠΟΛΕΜΟΙ ΚΑΙ ΕΞΕΓΕΡΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ

Παρακολούθησε το παρακάτω βίντεο

Το κίνημα του Λάμπρου Κατσώνη

Ο Λάμπρος Κατσώνης (17521804) ήταν Έλληνας αξιωματικός του Ρωσικού ΑυτοκρατορικούΣτρατού (ή Ναυτικού). Με την έναρξη του Ρωσοτουρκικού πολέμου, το 1787, πήγε στη Τεργέστη, όπου παρέλαβε από τους εκεί Έλληνες ομογενείς μερικά πλοία με τα οποία ξεκίνησε τις επιδρομές και τις επιθέσεις κατά των Τουρκικών στο Ιόνιο Πέλαγος.

Σταδιακά επεκτάθηκε και στο Αιγαίο, όπου  το 1788 νίκησε τον τουρκικό στόλο. Ωστόσο αργότερα η Τουρκία και η Ρωσία συμφιλιώθηκαν. Ο Κατσώνης διαμαρτυρήθηκε για την ρωσοτουρκική ειρήνη, κατηγορώντας τη ρωσική πολιτική, η οποία είχε αγνοήσει τους Έλληνες και τον αγώνα τους για ανεξαρτησία.

Συνέπεια αυτού ήταν η Μεγάλη Αικατερίνη, τσαρίνα της Ρωσίας, να του αφαιρέσει τον βαθμό και να του απαγορεύσει να κάνει χρήση της ρωσικής σημαίας. Μετά από πολλές μάχες και ναυμαχίες στο Αιγαίο, ο Κατσώνης και όσοι σύντροφοί του επέζησαν, κατέφυγαν τα Επτάνησα.

Το κίνημα του Λάμπρου Κατσώνη δεν ήταν η μόνη περίπτωση ένοπλης εξέγερσης ενάντια στο Σουλτάνο. Τα χρόνια πριν από την επανάσταση του 1821 δεν ήταν χρόνια ηρεμίας.

Στη διάρκεια των τεσσάρων αιώνων της οθωμανικής κυριαρχίας έγιναν πολλές εξεγέρσεις των υπόδουλων εναντίον των Οθωμανών.

Οι περισσότερες από τις εξεγέρσεις αυτές υποκινούνταν από τις ευρωπαϊκές δυνάμεις, οι οποίες, όταν βρίσκονταν σε πόλεμο με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, προσπαθούσαν να δημιουργήσουν αναταραχή στο εσωτερικό της, για να διασπάσουν τον τουρκικό στρατό και να τον αποδυναμώσουν.

Διονύσιος ο Φιλόσοφος

Α. Ξεχωριστή περίπτωση αμφισβήτησης του σουλτάνου υπήρξε ο μορφωμένος και προοδευτικός μητροπολίτης Λάρισας Διονύσιος ο Φιλόσοφος (ή σκυλόσοφος) , ο οποίος στις αρχές του 17ου αιώνα, ηγήθηκε τριών εξεγέρσεων εναντίον των Οθωμανών στην περιοχή της Θεσσαλίας και της Ηπείρου.

Η ήττα της τελευταίας εξέγερσης στα Γιάννενα σήμανε και το τραγικό τέλος του.

 

Β. Σε όλο το 16ο και το 17οαιώνα ο χώρος του αιγαίου πελάγους και η σημερινή νότια Ελλάδα ήταν η σκηνή αλλεπάλληλων συγκρούσεων μεταξύ Οθωμανών και Βενετών. Αυτές οι συγκρούσεις είχαν αποτελέσματα στη ζωή των ανθρώπων

.

Για παράδειγμα, η Πελοπόννησος πέρασε για τριάντα περίπου χρόνια στα χέρια των Βενετών.

Σημαντικότερο γεγονός ήταν η ναυμαχία της Ναυπάκτου το 1571 όπου ο ενωμένος ευρωπαϊκός στόλος διέλυσε τον οθωμανικό στόλο. 

 

Γ. Τον επόμενο αιώνα, τον 18ο, την κυριαρχία των Οθωμανών στο Αιγαίο αμφισβήτησαν οι Ρώσοι.

Για να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντα τους, ήθελαν να μπορούν να ελέγχουν τα βόρεια παράλια της Μαύρης Θάλασσας και να ταξιδεύουν ελεύθερα και να εμπορεύονται στη Μεσόγειο.

Για τους σκοπούς αυτούς έκαναν αλλεπάλληλους πολέμους με τους Οθωμανούς. Στους πολέμους αυτούς ήθελαν για συμμάχους τους χριστιανικούς λαούς της βαλκανικής χερσονήσου.

Πράγματι πολλές φορές χριστιανικοί πληθυσμοί βρέθηκαν στο πλάι των Ρώσων και εναντίον των Οθωμανών.

Το πιο σημαντικό από αυτά τα κινήματα ήταν τα Ορλωφικά. Πήραν το όνομά τους από τουςαδελφούς Ορλώφ που κατέφθασαν στην Πελοπόννησο το 1770, ως απεσταλμένοι του Τσάρου για να ξεσηκώσουν τους υπόδουλους Έλληνες.

Εκείνη την εποχή, Ρωσία και Τουρκία βρίσκονταν πάλι σε πόλεμο και υποκινούσαν τους υπόδουλους χριστιανούς να ξεσηκωθούν εναντίον του Σουλτάνου. Η εξέγερση των Ελλήνων, όπως και πολλών ορθόδοξων χριστιανικών λαών της Βαλκανικής (Σέρβοι, Βόσνιοι), απέτυχε. Ο εξεγερμένος ντόπιος πληθυσμός, ιδιαίτερα στην Πελοπόννησο, έγινε θύμα τρομερών διώξεων και εκδίκησης από τα οθωμανικά στρατεύματα. Οι σφαγές που ακολούθησαν χαράχτηκαν βαθιά στη λαϊκή μνήμη και έκαναν τους υπόδουλους διστακτικούς σε επαναστατικά κηρύγματα για πολλές δεκαετίες.

Με τη λήξη του Ρωσοτουρκικού πολέμου το 1774, ένα πολύ σημαντικό κέρδος για τους έλληνες ναυτικούς και εμπόρους ήταν η οικονομική ανάπτυξη που βοηθήθηκε πολύ από τη ρωσο – τουρκική συνθήκη (συμφωνία) του Κιουτσούκ Καϊναρτζή.

Για πολλά χρόνια οι Ρώσοι  αποτελούσαν μια δύναμη από την οποία περίμεναν βοήθεια οι χριστιανικοί λαοί.

 

 

18-11-2019

Ρήγας Φεραίος

Παρατηρήστε την παρακάτω εικόνα από το Βυζαντινό Μουσείο

Τι συμβολίζει;

 

 

Ο Ρήγας Βελεστινλής (Φεραίος) γεννήθηκε στη Θεσσαλία το 1757. Σπούδασε πρώτα στο χωριό του, το Βελεστίνο και μετά στη Ζαγορά, ένα χωριό του Πηλίου, στο Άγιο Όρος και στην Κωνσταντινούπολη. Λένε ότι εγκατάλειψε το χωριό του, όταν σκότωσε ένα Τούρκο που του φέρθηκε αυταρχικά. Στο Άγιο Όρος ήρθε σε επαφή με τη μεγάλη βιβλιοθήκη της Αθωνιάδας Ακαδημίας και με τις ιδέες του διαφωτισμού. Στην Κωνσταντινούπολη έμαθε ξένες γλώσσες και γνωρίστηκε με το μεγάλο διερμηνέα του σουλτάνου, τον οποίο ακολούθησε στην Μολδαβία, όταν αυτός έγινε ηγεμόνας της. Αργότερα έγινε γραμματέας του ηγεμόνα της Βλαχίας.

Όταν αυτός τιμωρήθηκε με αποκεφαλισμό για την ήττα των Τούρκων στο ρωσοτουρκικό πόλεμο, ο Ρήγας (σε ηλικία 33 ετών) διέφυγε στη Βιέννη, την οποία έκανε κέντρο της επαναστατικής τους δράσης.

Μέρος της επαναστατικής του δράσης αποτελούσε η συγγραφή και έκδοση επαναστατικών τραγουδιών, όπως ο Θούριος και προκηρύξεων, του συντάγματος της ελληνικής δημοκρατίας, εκλαϊκευμένων επιστημονικών έργων κλπ. Για την επαναστατική του δράση συνελήφθη από την αυστριακή αστυνομία που τον παρέδωσε στους Οθωμανούς. Ύστερα από βασανιστήρια στραγγαλίστηκε μαζί με τους επτά συντρόφους του. Τα πτώματα τους πετάχτηκαν στο Δούναβη.

 

Τα πιο σημαντικά του έργα, αντιπροσωπευτικά των επαναστατικών πολιτικών του ιδεών, ήταν:

 

α) Η «Χάρτα της Ελλάδος», γνωστή και ως «Μεγάλη Χάρτα του Ρήγα», δωδεκάφυλλος χάρτης, έργο μεγαλειώδες στη σύλληψη και την εκτέλεσή του. Απεικόνιζε όλη τη Βαλκανική, από το Δούναβη ως την Κρήτη και από το Ιόνιο ως τη Δυτική Μικρά Ασία, δηλαδή όλη την έκταση όπου οραματιζόταν ο Ρήγας να απλώσει το κίνημά του. Ο χάρτης ήταν διακοσμημένος με παραστάσεις από την ελληνική μυθολογία και από τις μεγάλες στιγμές της αρχαίας και της βυζαντινής ιστορίας. Είχε ακόμη επιγράμματα, καταλόγους Βυζαντινών αυτοκρατόρων, απεικονίσεις ελληνικών νομισμάτων και δίπλα στις σύγχρονες ονομασίες αναγράφονταν και οι αρχαίες. Δικαιολογημένα χαρακτηρίστηκε ως «Πατριδογνωστική εγκυκλοπαίδεια».

 

 

 

β) Ο «Θούριος», το έργο με την πιο πλατιά διάδοση στους υπόδουλους Έλληνες, ένα φλογερό επαναστατικό σάλπισμα, που καλούσε όλους τους λαούς της Βαλκανικής σε γενική εξέγερση.

 

γ) Το «Σύνταγμα της Ελληνικής Δημοκρατίας», 

η εφαρμογή σε συγκεκριμένο κείμενο των πολιτικών ιδεών του Ρήγα. Τυπώθηκε σε μεγάλο τετρασέλιδο, μαζί με το Θούριο και μια επαναστατική προκήρυξη, και είχε τον τίτλο «Νέα πολιτική διοίκησις των κατοίκων της Ρούμελης, της Μ. Ασίας, των Μεσογείων νήσων και της Βλαχομπογδανίας». Για τη σύνταξή του ο Ρήγας βασίστηκε στα γαλλικά επαναστατικά συντάγματα, και ιδιαίτερα στο σύνταγμα του 1793, και παρουσίαζε το πολίτευμα που θα επικρατούσε στην ελληνική δημοκρατία, η οποία θα προερχόταν από την επανάσταση. Το έργο κατασχέθηκε από την αυστριακή αστυνομία και μόνο χειρόγραφα αντίγραφά του σώθηκαν.

 

 

«Θούριος»

 

 

Ως πότε παλληκάρια, θα ζούμε στα στενά, 
μονάχοι σαν λιοντάρια, στες ράχες στα βουνά;
Κάλλιο είναι μιας ώρας ελεύθερη ζωή, 
παρά σαράντα χρόνους, σκλαβιά και φυλακή.

Σπηλιές να κατοικούμε, να βλέπουμε κλαδιά, 
να φεύγωμ’ απ’ τον κόσμο, για την πικρή σκλαβιά;
Κάλλιο είναι μιας ώρας ελεύθερη ζωή, 
παρά σαράντα χρόνους, σκλαβιά και φυλακή.

Να χάνωμεν αδέλφια, πατρίδα και γονείς, 
τους φίλους, τα παιδιά μας, κι όλους τους συγγενείς;
Κάλλιο είναι μιας ώρας ελεύθερη ζωή, 
παρά σαράντα χρόνους, σκλαβιά και φυλακή.

Τι σ’ ωφελεί αν ζήσεις, και είσαι στη σκλαβιά;
στοχάσου πως σε ψένουν, καθ’ ώραν στην φωτιά.
Βεζύρης, δραγουμάνος, αφέντης κι αν σταθείς
ο τύραννος αδίκως σε κάμνει να χαθείς.

Βουλγάροι κι Αρβανίτες, Αρμένιοι και Ρωμιοί, 
Αράπηδες και άσπροι, με μια κοινήν ορμή, 
Για την ελευθερίαν, να ζωσωμεν σπαθί, 
πως είμαστ’ αντρειωμένοι, παντού να ξακουσθεί.

Όσοι απ’ την τυραννίαν, πήγαν στην ξενιτιά
στον τόπον του καθ’ ένας, ας έλθει τώρα πια.
Και όσοι του πολέμου, την τέχνην αγροικούν
Εδώ ας τρέξουν όλοι, τυρράνους να νικούν.

Να σφάξουμε τους λύκους, που στον ζυγόν βαστούν, 
και Χριστιανούς και Τούρκους, σκληρά τους τυραννούν.
Στεργιάς και του πελάγου, να λάμψει ο σταυρός, 
και στην δικαιοσύνην, να σκύψει ο εχθρός.

Ο κόσμος να γλιτώσει, απ’ αύτην την πληγή, 
κι ελεύθεροι να ζωμεν, αδέλφια εις την γη.

18-11-2019

Μαθήματα Δευτέρας 18/11

Φυσική

Βιβλίο εργασιών: σ. 124 συμπέρασμα

σ. 125 ασκήσεις

σ. 126 παρατήρηση

σ. 127 συμπέρασμα

σ. 128 ασκήσεις

βλ. παρουσίαση νέου μαθήματος (ο μαγνήτης προσανατολίζεται) παρακάτω

17-11-2019

Ο ΜΑΓΝΗΤΗΣ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΖΕΤΑΙ

12-11-2019

Μαθήματα Τρίτης 12/11

Γλώσσα:

βιβλίο, σ. 72, ανάγνωση το κείμενο

σ. 74, άσκηση 1β και 1γ στο τετράδιο εργασιών

σ. 74, ορθογραφία: «Εδώ Πολυτεχνείο. Θέλουμε ορθοπεδικούς…στο ίδιο μήκος κύματος»

Μαθηματικά:

Βιβλίο εργασιών, σ. 8, προβλήματα 2,3,4

06-11-2019

Η ΘΕΡΜΟΤΗΤΑ ΔΙΑΔΙΔΕΤΑΙ ΜΕ ΑΚΤΙΝΟΒΟΛΙΑ

04-11-2019

Παροικίες και παραδουνάβιες ηγεμονίες

Παρατηρώ και σχολιάζω το παρακάτω βιβλίο.

Θυμάμαι ότι και στο βυζαντινό μουσείο είδα αντίστοιχα βιβλία που εκδόθηκαν σε ευρωπαϊκές πόλεις. 

Οι άνθρωποι πάντοτε ταξίδευαν. Άλλαζαν τόπο κατοικίας είτε από επιλογή είτε από ανάγκη. Στα χρόνια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας πολλοί κάτοικοι της αναζήτησαν καλύτερη τύχη σε άλλα μέρη. Κυρίως στην Ιταλία στη δυτική Ευρώπη, τη Ρωσία και την Αίγυπτο.

Μορφωμένοι βυζαντινοί και αριστοκράτες διέφυγαν στην Ιταλία την εποχή της Αναγέννησης. Τότε δηλαδή που οι γνώσεις τους ήταν περιζήτητες.

Σε άλλες στιγμές οι πολεμικές συγκρούσεις δημιουργούσαν κύματα προσφύγων. Ένα παράδειγμα μας δίνουν εκείνοι οι ροδίτες που αποφάσισαν να ακολουθήσουν τους αφέντες τους, τους Ιωαννίτες ιππότες όταν αυτοί έχασαν το νησί από τον Οθωμανικό στρατό. Ιππότες και Ροδίτες ταξίδεψαν για τη Μάλτα όπου εγκαταστάθηκαν μόνιμα.

Ένας ακόμη λόγος μετανάστευσης ήταν το εμπόριο και η ναυτιλία. Όσο αυτά αναπτύσσονταν τόσο μεγάλωνε η ανάγκη για αντιπροσώπους στις ξένες πόλεις.

Για να μπορέσουν να κάνουν τη δουλειά τους καλά, οι αντιπρόσωποι θα έπρεπε να γνωρίζουν τη γλώσσα, τις συνήθειες, τις αγορές και τους ανθρώπους. Όλα αυτά σήμαιναν μια σχετικά μόνιμη εγκατάσταση στον ξένο τόπο. Με τον τρόπο αυτό στα μεγάλα εμπορικά κέντρα της Ευρώπης δημιουργήθηκαν οργανωμένες ελληνικές κοινότητες. Τις κοινότητες αυτές τις λέμε παροικίες.

Οι Έλληνες των παροικιών βοήθησαν πολύ στην ανάπτυξη των ελληνικών σχολείων στην Οθωμανική αυτοκρατορία και στη μεταφορά των νέων γνώσεων και των νέων ιδεών του διαφωτισμού.

Πολλοί Έλληνες κατοίκησαν σε πόλεις που βρίσκονταν κατά μήκος των εμπορικών δρόμων που διέσχιζαν τη Βαλκανική και την Ευρώπη.

Χάρτης των εμπορικών δρόμων και των σημαντικών ελληνικών παροικιών

 Πού εγκαταστάθηκαν:

1.Έλληνες από τον Πόντο μετακινήθηκαν στον Καύκασο και την Κριμαία ιδρύοντας παροικίες, με γνωστότερη την Οδησσό.

Οδησσός 19ος αιώνας

2.Οι Έλληνες από τη Μακεδονία εγκαταστάθηκαν κυρίως στη Βιέννη, την Τεργέστη, τη Σερβία και την Ουγγαρία, όπου ασχολήθηκαν με το εμπόριο βαμβακερών, δερμάτων, χαλιών και άλλων ειδών.

ΤΕΡΓΕΣΤΗ

3. Έλληνες, που εγκαταστάθηκαν στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, τη Βλαχία και τη Μολδαβία, περιοχές που κυβερνούσαν Φαναριώτες ηγεμόνες.

ΠΑΡΑΔΟΥΝΑΒΙΕΣ ΗΓΕΜΟΝΙΕΣ

Παραδουνάβιες ηγεμονίες ονομάζονταν οι ανατολικές βαλκανικές χώρες δίπλα στον ποταμό Δούναβη, η  Μολδαβία και η Βλαχία, που αποτελούσαν τότε τμήματα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Οι παραδουνάβιες αυτές χώρες αποτελούσαν για τους Έλληνες τόπους φιλόξενους στους οποίους μετανάστευαν και εγκαθίσταντο μόνιμα  ως λόγιοι, κληρικοί, έμποροι.
Έτσι μαζί μ΄ αυτούς ξαπλωνόταν και ο ελληνικός πολιτισμός σ΄ αυτές  με την υποστήριξη και των Φαναριωτών Ηγεμόνων

Οι παραδουνάβιες ηγεμονίες αποτελούσαν κυρίως καταφύγιο όλων των καταδιωγμένων από τους Οθωμανούς Ελλήνων και τούτο για ένα σπουδαίο λόγο. Σύμφωνα με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου (1812) η Τουρκία δεν είχε το δικαίωμα μεταφοράς στρατού στις χώρες αυτές χωρίς προηγούμενη άδεια της Ρωσίας. Οποιαδήποτε παραβίαση αυτού του όρου θα προκαλούσε Ρωσοτουρκικό πόλεμο.

Νικόλαος Μαυροκορδάτος. Ο πρώτος Έλληνας που έγινε ηγεμόνας της Μολδοβλαχίας το 1709

πηγές :

http://el.wikipedia.org/

http://st22npsyhicko.blogspot.gr/

 

04-11-2019

Aιολική γη (του Ηλία Βενέζη)

 

Το μυθιστόρημα ανασυνθέτει την ευτυχισμένη ζωή στη Μικρασία πριν τη μικρασιατική καταστροφή. Το πλήθος των φανταστικών προσώπων, των φυσικών στοιχείων, των παιδιών και των μεγάλων που συνθέτουν τον κόσμο της Αιολικής γης είναι δοσμένα από το ώριμο ύφος του συγγραφέα με μορφή παραμυθένια, με πληρότητα μαγική. Η Αιολική γη είναι το βιβλίο του χαμένου παραδείσου των παιδικών χρόνων στα παράλια της Μικρασίας και του δραματικού ξεριζώματος από τη γενέθλια γη.

Πληροφορίες :

για το συγγραφέα

για το Αϊβαλί

για τους Αιολείς

για τη Μικρασιατική καταστροφή

χάρτης

 

 

 

 

 

 

 

Παραθέτουμε το πρώτο κεφάλαιο του μυθιστορήματος

ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ

Κόσμος

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

Κιμιντένια

Όταν παραμέρισαν τα κύματα του Αιγαίου κι άρχισαν ν’ αναδύονται απ’ το βυθό τα βουνά της Λέσβου υγρά, στιλπνά και γαλήνια, τα κύματα είδαν ξαφνιασμένα το νησί, το νέο τους φίλο. Ήταν συνηθισμένα να ταξιδεύουν απ’ τα μέρη του Κρητικού πελάγου και να σβήνουν στις ακρογιαλιές της Ανατολής, και ό,τι ξέρανε από στεριά ήταν σκληρά βουνά, κοφτοί θεόρατοι βράχοι, γη από κίτρινη πέτρα. Τούτο δω, με το νέο νησί, ήταν κάτι άλλο – ω, πόσο διαφορετικό! Γι’ αυτό είπαν τα κύματα:
«Ας πάμε το μήνυμα στην πιο κοντινή γη, στη γη της Αιολίδας. Ας της πούμε για το νησί, τη νέα γη που έδεσε το φως με τη γαλήνη, για τη γραμμή και την κίνηση του που είναι τόσο ήμερη σα να έχει μέσα της τη σιωπή, ας της πούμε για το θαύμα του Αιγαίου!»
Ήρθαν τα κύματα και φέραν το μήνυμα του πελάγου στην αιολική ακτή. Ήρθαν και άλλα κύματα, κι άλλα – όλα τα κύματα. Όλα λέγαν για το παιχνίδι της γραμμής του νησιού, για το παιχνίδι της αρμονίας και της σιωπής.
Τ’ άκουσαν την πρώτη μέρα τα σκληρά βουνά της Ανατολής και μείνανε αδιάφορα. Τ’ άκουσαν και την άλλη, και πάλι δεν ταράχτηκαν. Όμως όταν το κακό παράγινε και κάθε στιγμή άλλο δεν ακούγανε παρά τη βουή του πελάγου να τους λέει για το θαύμα, τα βουνά παράτησαν την αταραξία τους και, περίεργα, σκύψανε πάνω απ’ τα κύματα να δουν το νησί του Αιγαίου. Ζηλέψανε την αρμονία του και είπαν:
«Ας κάμουμε κ’ εμείς έναν τόπο γαλήνης στη γη της Αιολίδας, που να ‘ναι σαν το νησί!»
Παραμερίσανε τότε τα βουνά, τραβήχτηκαν στο βάθος, κι ο τόπος που άφησαν έγινε ο τόπος της Γαλήνης.
Τα βουνά κείνα της Ανατολής τα λένε Κιμιντένια.
Οι πρόγονοί μου δουλέψανε σκληρά τη γη που είναι κάτω απ’ τα Κιμιντένια. Όταν εγώ γεννήθηκα, ένα μεγάλο μέρος της περιοχής το όριζε η φαμίλια μας. Το χειμώνα μέναμε στην πόλη, αλλά μόλις τα χιόνια φεύγανε απ’ τα Κιμιντένια κ’ η γη πρασίνιζε μας έπαιρνε η μητέρα μας, όλα τ’ αδέρφια μου, την Ανθίππη, την Αγάπη, την Άρτεμη, τη Λένα, εμένα, και πηγαίναμε να ζήσουμε τους μήνες του καλοκαιριού στο κτήμα, κοντά στον παππού και στη γιαγιά μας.
Η θάλασσα ήταν μακριά από κει, κι αυτό στην αρχή ήταν μεγάλη λύπη για μένα επειδή γεννήθηκα κοντά της. Στην ησυχία της γης θυμόμουν τα κύματα, τα κοχύλια και τις μέδουσες, τη μυρουδιά του σάπιου φυκιού και τα πανιά που ταξίδευαν. Δεν ήξερα να τα πω αυτά, επειδή ήμουνα πολύ μικρός. Αλλά μια μέρα η μητέρα μου βρήκε το αγόρι της πεσμένο μπρούμυτα καταγής, σα να φιλούσε το χώμα. Το αγόρι δε σάλευε, κι όταν η μητέρα πλησίασε τρομαγμένη και το σήκωσε είδε το πρόσωπο του πλημμυρισμένο στα δάκρυα. Το ρώτησε ξαφνιασμένη τι έχει, κ’ εκείνο δεν ήξερε ν’ αποκριθεί και δεν είπε τίποτα. Όμως μια μητέρα είναι το πιο βαθύ πλάσμα του κόσμου, κ’ η δική μου, που κατάλαβε, με πήρε από τότε πολλές φορές και πήγαμε ψηλά στα Κιμιντένια, απ’ όπου μπορούσα να βλέπω τη θάλασσα. Κ’ ενώ εγώ αφαιριόμουνα στη μακρινή μαγεία του νερού, εκείνη δε μου μιλούσε, για να αισθάνομαι πως είμαστε μονάχοι, η θάλασσα κ’ εγώ. Περνούσε πολλή ώρα έτσι, τα μάτια μου κουράζονταν να κοιτάνε και γέρναν, έγερνα κ’ εγώ στη γη. Τότε τα δέντρα που με τριγύριζαν γίνονταν καράβια με ψηλά κατάρτια, τα φύλλα που θροούσαν γίνονταν πανιά, ο άνεμος ανατάραζε το χώμα, το σήκωνε σε ψηλά κύματα, τα μικρά τριζόνια και τα πουλιά ήταν χρυσόψαρα και πλέανε, κ’ εγώ ταξίδευα μαζί τους.
Σαν ξυπνούσα, έβλεπα από πάνω μου τα μάτια της μητέρας μου να περιμένουν.
— Ήταν ωραία, αγόρι; με ρωτούσε χαμογελώντας γλυκά.
— Αχ, μητέρα, πάντα είναι ωραία με τη θάλασσα!
Μια από κείνες τις καλοκαιρινές μέρες γυρίζοντας με τη μητέρα μου απ’ το «ταξίδι της θάλασσας στα Κιμιντένια», σταθήκαμε στην κοίτη ενός μικρού ποταμίου. Το ποτάμι ήταν γεμάτο καθαρό άμμο, έτρεχε όμως και λίγο νερό.
— Πως τρέχει νερό, είπα, αφού είναι καλοκαίρι και τα Κιμιντένια δεν κατεβάζουνε νερό;
— Έλα! μου λέει η μητέρα, που είχε ζήσει όλα τα παιδικά της χρόνια στα Κιμιντένια κ’ ήξερε τον τόπο καλά. Έλα να δεις!
Περπατήσαμε μες στο ποτάμι, ακολουθώντας το βαθιά στην κοιλάδα, και τότε βρήκαμε σε μια κουφάλα την πηγή απ’ όπου ανάβλυζε το νερό. Έκανε πολύ δροσιά εκεί· μολοντούτο δεν είχε βρύα και πλατάνια, όπως θα ‘πρεπε σε τόσο υγρό τόπο.
— Δοκίμασε το νερό, μου λέει η μητέρα μου. Να δεις τι δροσερό που είναι!
Πήρα με τη χούφτα μου και το ’φερα στα χείλια μου. Αλλά μόλις το άγγιξαν, το άφησα να χυθεί και σκούπισα τη γλώσσα μου.
— Μα αυτό είναι θάλασσα! είπα ξαφνιασμένος.
Η μητέρα μου γελούσε με πολλή χαρά. Με πήρε στην αγκαλιά της και μου είπε:
— Βλέπεις; Η θάλασσα είναι παντού!
Κι όταν έπειτα πήραμε το δρόμο του γυρισμού έγινε σοβαρή και μου εξήγησε πως όλη η περιοχή κάτω απ’ τα Κιμιντένια ήταν κάποτε κακή γη, επειδή πολύ βαθιά μέσα της ζούσε η θάλασσα, έμπαινε μέσα της η θάλασσα. Και χρειάστηκε από γενιά σε γενιά ο ασταμάτητος μόχθος των ταπεινών μου προγόνων για να φύγει το νερό και να γίνουν τα δέντρα και τα κλήματα.
Στα χρόνια του πάππου μου, του πατέρα της μητέρας μου, η γη πια ήταν έτοιμη κ’ έγινε το υποστατικό. Απ’ τη μητέρα μου έμαθα το πώς έγινε η πρώτη καλύβα, πότε η γιαγιά μου φύτεψε με τα χέρια της τον πλάτανο στην αυλή, πότε φυτέψανε τα κλήματα. Στο υποστατικό έμπαινες από μια μεγάλη πόρτα, καμωμένη με σκαλιστό ξύλο. Στη μέση ήταν μια αυλή και γύρω γύρω της, η μια χτισμένη κοντά στην άλλη, ήταν οι οικοδομές. Στα κάτω πατώματα ήταν οι αποθήκες κ’ οι στάβλοι, στ’ απάνω η κατοικία του παππού και της γιαγιάς μας, πλάι ο ξενώνας, και πλάι οι κατοικίες για τις γυναίκες και τους ζευγάδες που δουλεύανε στο κτήμα ολοχρονίς. Μια ξύλινη σκάλα σε ανέβαζε απ’ την αυλή στο σπίτι του πάππου, κι από κει άρχιζε το ξύλινο μπαλκόνι που ένωνε κυκλικά όλα τα χτίρια. Τα παράθυρα όλα βλέπαν μες στην αυλή, και μονάχα το σπίτι του παππού είχε ένα σιδερόφραχτο παράθυρο που έβλεπε έξω, τον κόσμο τον έξω απ’ τη μεγάλη πόρτα. Έτσι το υποστατικό έμοιαζε σα μοναστήρι ή σα φρούριο, καμωμένο όλο με γερή πέτρα του Σαρμουσάκ για το φόβο των ληστών. Όμως δεν είχε τίποτα απ’ την ασκητική αυστηρότητα των μοναστηριών, μήτε απ’ την αγριότητα των φρουρίων. Ήταν βαμμένο με γαλάζιο χρώμα.
Σ’ ένα επιτούτου δωμάτιο ήταν φυλαγμένα σαν πολύτιμα πράματα τα όπλα, γκράδες και μαρτίνια και σπαθιά, όσα θα φτάνανε για ν’ αρματώσουν όλους τους ζευγάδες σε ώρα ανάγκης, αν μας ρίχνονταν ληστές. Αυτό το δωμάτιο το λέγαμε το «Κίτρινο» επειδή ήταν βαμμένο με δυνατό κίτρινο χρώμα. Το δικό μας, των παιδιών, ήταν πλάι στα όπλα, κ’ η γειτονία τους μας έκανε να τα συλλογιζόμαστε πολύ. Και καθώς το Κίτρινο ήταν πάντα κλειδωμένο και κανένας δεν είχε την άδεια να το ανοίξει εκτός απ’ τον παππού, η φαντασία μας του έδινε μεγάλες διαστάσεις, το σχημάτιζε σα μυστικό καταφύγιο μυθικών πλασμάτων.
Τις νύχτες, όταν γινόταν ησυχία έξω, όταν τα τσακάλια πια δεν ούρλιαζαν και μονάχα τα φύλλα των δέντρων ακούγονταν που σάλευαν, κάθε άλλος σιγανότατος θόρυβος που έφτανε ως εμάς μας φαινόταν να ‘ρχεται από το απαγορεμένο δωμάτιο. Τότε το ένα παιδί ξυπνούσε το άλλο.
— Άκουσες; έλεγε η μικρή Άρτεμη και μ’ έσπρωχνε. Ξυπνούσα τρομαγμένος και ρωτούσα:
— Τι είναι;
— Άκου! Πλάι κάτι γίνεται! Στο Κίτρινο…
Έβαζα όλη την προσοχή κι αφουγκραζόμουν. Η γη αναπαύεται και γονιμοποιεί τους σπόρους, κι απ’ το μυστικό της έργο έρχεται ένας ελάχιστος θόρυβος που μπορεί να φτάξει μονάχα σ’ ένα παιδί. Οι ρίζες των δέντρων σαλεύουν στα σκοτεινά γυρεύοντας νερό να πιουν, οι φλούδες των κορμών σαλεύουν για να χυθούν οι χυμοί στους κλώνους και στα φύλλα, τα τυφλά σκουλήκια αγωνίζουνται έρημα το μικρό τους αγώνα, ένα ζαρκάδι πέρασε και χάθηκε, ένα άλλο, κυνηγημένο από μεγαλύτερο του αγρίμι, δεν μπόρεσε να περάσει στο δάσος να γλιτώσει κι ακούγεται η σπαραχτική φωνή του βαθιά, η φωνή του θανάτου. Ύστερα όλα ησυχάζουν, κ’ έρχεται η Μεγάλη Σιωπή.
— Άκου!.. λέει πάλι η Άρτεμη όταν γίνεται ησυχία.
— Τσακάλι θα ‘ταν και πέρασε, της λέω.
— Μα όχι! Όχι το τσακάλι! Να! Τώρα, τώρα! Κει μέσα! Άκουσε!
Τεντώνω το αυτί μου κι ανοίγω τα μάτια μου όσο μπορώ. Η καρδιά μου χτυπά με αγωνία επειδή αισθάνουμαι την ανάγκη ν’ ακούσω ό,τι μπορεί ν’ ακούσει εκείνη.
— Αχ! λέω τέλος απελπισμένα. Δεν ακούω τίποτε! Μονάχα τα φύλλα…
— Καημένε! Τα φύλλα. Τι λες για φύλλα! κάνει η φωνή της μες στο σκοτάδι, και ξέρω πως στα μάτια της θα λάμπει η περιφρόνηση. Μα τόσο λοιπόν μικρός είσαι;
Εγώ ήμουνα έξι χρονώ κ’ εκείνη είχε κλείσει πια τα οχτώ.
Αυτό δε με πείραζε τόσο. Αλλά μου ερχόταν να κλάψω απ’ το κακό μου και απ’ το παράπονο επειδή η Άρτεμη ήταν κορίτσι, κ’ ένα κορίτσι δε θα ‘πρεπε να ξέρει πιο πολλά από ένα αγόρι. Κι όμως, να που έτσι γινόταν – αδικία πολλή ήταν στον κόσμο.
— Ό,τι θέλεις λες! της κάνω τέλος θυμωμένα. Ακούς τα φύλλα στα δέντρα και θαρρείς πως είναι στο Κίτρινο! Χμ!
— Κακομοίρη! Εγώ λέω ό,τι θέλω; διαμαρτύρεται η Άρτεμη. Δε θυμάσαι πως κ’ εσύ τις προάλλες τ’ άκουσες που περπατούσαν τα σπαθιά μες στο Κίτρινο και μιλούσαν με τα πιστόλια; Ακούς, να λέω, ό,τι θέλω!
Η Άρτεμη είχε δίκιο. Τις προάλλες φύσηξε πολύς αγέρας, αργά μετά τα μεσάνυχτα, κι όλο το υποστατικό σα να σάλευε. Από ψηλά, απ’ τα Κιμιντένια, ερχόταν ο θρήνος των δέντρων που πάλευαν με τον άνεμο. Μήτε τα τσακάλια δεν είχαν τολμήσει να βγούνε κείνο το βράδυ απ’ τις φωλιές τους, μήτε άλλα ζαρκάδια, καμιά φωνή δεν ακουγόταν. Τότες ακούσαμε το μυστικό θόρυβο που ερχόταν μεσ’ από το Κίτρινο, και μείναμε κ’ οι δύο σύμφωνοι, η Άρτεμη κ’ εγώ, πως τα σπαθιά μιλούσαν. Λοιπόν, τώρα γιατί να μην πιστεύω;
— Εσύ όλο κοιμάσαι, αυτό είναι! συμπεραίνει η Άρτεμη, θέλοντας να εξηγήσει την αδυναμία μου. Εγώ όμως ξαγρυπνώ κ’ έχω συνηθίσει τ’ αυτί μου να παίρνει.
— Καλά, καλά! της λέω πάλι. Εσύ τα ξέρεις όλα! Κάθισε, λοιπόν, να ξαγρυπνάς με το σκοτάδι…
Γυρίζω στο μικρό κρεβάτι μου και κουκουλώνουμαι με το σεντόνι. Μα την ίδια στιγμή ένας καθαρός, καθαρότατος θόρυβος, ένα τικ τικ, έρχεται μες στη νύχτα απ’ το μέρος του Κίτρινου.
— Τ’ άκουσες επιτέλους; ψιθυρίζει στα σκοτεινά η φωνή της Άρτεμης, και θαρρώ πως τρέμει. Τ’ άκουσες;
— Αχ, τ’ άκουσα! μουρμουρίζω κ’ εγώ με ταραχή. Τι να ‘ναι;
— Τα σπαθιά ξυπνούνε…, λέει εκείνη.
Μα τότε ξυπνά κ’ η Ανθίππη. Είναι η μεγαλύτερη αδερφή μας, είναι ως δώδεκα χρονώ κ’ είναι η δεύτερη μητέρα μας. Πάντα της λέγαμε τα μυστικά μας.
— Τι έχετε εσείς εκεί; ρωτά σιγανά.
— Ανθίππη, άκου!.. λέει η Άρτεμη, κ’ η φωνή της είναι σα να γυρεύει βοήθεια. Τα σπαθιά ξύπνησαν στο Κίτρινο!..
Η Ανθίππη ακούει κ’ ύστερα λέει ατάραχη:
— Ποντίκια είναι, μην κάνετε έτσι. Κοιμηθείτε!
Την ακούμε που γυρίζει απ’ το άλλο πλευρό να κοιμηθεί, σα να μην έγινε τίποτα. Σκεπάζουμαι κ’ εγώ ως το κεφάλι, μα τα μάτια δεν κλείνουν. Οι θόρυβοι του δάσους, της γης, των ζαρκαδιών γίνουνται ένα, γίνουνται η παράξενη μουσική που λέει για τα παραμύθια και για τα όνειρα, λέει για τα ταξίδια των παιδιών που πάνε καβάλα σε χρυσόψαρα να βρούνε τη «Ροδοπαπούδα» με το άσπρο φόρεμα και τ’ ασημένια μαλλιά και με το Μεγάλο Δράκο που φυλάει στην πόρτα της. Τα σπαθιά και τα πιστόλια στο κίτρινο δωμάτιο δεν είναι πια άγρια πλάσματα, ξύπνησαν μονάχα γιατί ζήλεψαν, θέλουν κι αυτά να καβαλικέψουν τα χρυσόψαρα, να μην είναι κλεισμένα κ’ έρημα. Ανοίγουν σιγανά την πόρτα της φυλακής τους, απλώνουνε τα χέρια και ξέρουν πως, κι αν δεν είναι χρυσόψαρο, ένα μικρό καλό δελφίνι θα περιμένει να τα πάρει. Κ’ ενώ τα χρυσόψαρα αρχίζουν το ταξίδι, πλέοντας μες στον αγέρα, ακούγεται πίσω τους η φωνή των σπαθιών, πάνω στο δελφίνι, που ικετεύουνε:
«Περιμένετε να ‘ρθουμε! Περιμένετε να ‘ρθουμε κ’ εμείς στη Ροδοπαπούδα!»
«Ελάτε!» τους λέει φιλικά το μικρό αγόρι απ’ το χρυσόψαρο. «Ελάτε και σας περιμένουμε!»
Το άλλο πρωί η Ανθίππη με ρωτά:
— Ποιόν περίμενες χτες τη νύχτα;
— Εγώ περίμενα κανέναν;
— Μα ναι, κάποιον φώναζες στον ύπνο σου να ‘ρθει.
Δε θυμούμαι πια τίποτα και της λέω πως θα ‘ταν όνειρο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

Περιστατικά μιας πλημμύρας και του φοβερού ληστή που λεγόταν Λαζο-εφφές
Ο παππούς ήταν ένας μεγαλόσωμος άντρας, γεμάτος υγεία παρ’ όλα τα εβδομήντα του χρόνια, κ’ ήταν γενναία καρδιά. Όλη τη ζωή του την πέρασε στα Κιμιντένια, μια σκληρή ζωή, ίσαμε που ν’ αναστηθεί το υποστατικό. Ωστόσο απ’ τη δύσκολη εκείνη ζωή το μόνο σημάδι που έμεινε ήταν βαθιές χαρακιές στο πρόσωπο του, τίποτ’ άλλο. Στα γαλανά μάτια του βασίλευε παιδική αγαθότητα, και στα χείλια του, άμα γελούσε,
έλαμπε η καλοσύνη του κόσμου. Σ’ έναν πιστό κιαγιά είχε αναθέσει την κυβέρνηση του υποστατικού γι’ αυτό μπορούσε όλη τη μέρα να είναι ντυμένος με τ’ ακριβά τα ρούχα του από τσόχα, ραμμένα με την πιο αυστηρή παράδοση των Αϊβαλιωτών βρακάδων. Είχε μιαν απερίγραπτη ευαισθησία στο ντύσιμο του, και ποτές δε θυμούμαι να τον είδα αφρόντιστο όλα τα καλοκαίρια που ζούσαμε κ’ εμείς στο κτήμα. Δεν ήξερε διόλου γράμματα, γι’ αυτό τον βοηθούσε στους λογαριασμούς η πιστή του συντρόφισσα, η γιαγιά μου.

 

 

 

 

 

03-11-2019

Η θερμότητα μεταδίδεται με ρεύματα

Προσομοιώσεις πειραμάτων

Μπαλόνια και άνωση

Πατήστε εδώ

 

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ